Μολονότι έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση στο ρόλο μου ως εργαζόμενη γυναίκα, δεν έχω καθόλου αυτοπεποίθηση στο ρόλο μου ως μητέρα. Δεν ξέρω καν τι ρούχα θα ταίριαζαν σε αυτόν τον ρόλο.”  (Ugarirza, 2002)
Κλαίω συνέχεια, 24 ώρες το 24ωρο… Κλαίω με το παραμικρό, δεν μπορώ να το ελέγξω. (Ugarirza, 2002)

Όσο οι μέρες περνούν μου είναι αδύνατο να τα βγάλω πέρα, μου είναι αδύνατο να συνεχίσω… Χειροτερεύω μέρα με την μέρα. Δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Το μυαλό μου έχει αρχίσει να μου παίζει περίεργα παιχνίδια.” (Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Ugarirza, 2002)

“Προσπαθώ να αποφεύγω να ανοίγω το συρτάρι της κουζίνας. Το να βλέπω το μαχαίρι με τρομάζει αν και ξέρω ότι δεν θα το χρησιμοποιούσα ποτέ… Ντρέπομαι τόσο. Τι μητέρα είμαι; Πραγματικά νιώθω ότι κάτι πηγαίνει απαίσια λάθος μαζί μου.” (Ugarirza, 2002)
        “Μολονότι ο σύζυγός μου είναι υποστηρικτικός μαζί μου, δεν μπορεί να καταλάβει τι περνάω… Νιώθω σαν να ζω σε μονογονεϊκή οικογένεια. Από την άλλη, νιώθω απαίσια που νευριάζω μαζί του, προσπαθεί σκληρά.“ (Ugarirza, 2002)
        “Βασικά δεν ξέρω τι θα ήθελα να περιμένω από αυτόν. Κάνει δύο δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα αλλά εγώ νιώθω μόνη σε όλο αυτό.“ (Ugarirza, 2002)
        “Θέλω την γυναίκα μου πίσω!“ (Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012)

        
Μολονότι η μητρότητα αποτελεί ένα φυσιολογικό και τις περισσότερες φορές πολυαναμενόμενο κομμάτι στη ζωή πολλών γυναικών και μάλιστα σε πολλές κοινωνίες γίνεται αντικείμενο μεγάλου εορτασμού, δυστυχώς αυτό το ρομαντικό πνεύμα συχνά εξατμίζεται πολύ γρήγορα καθώς η γέννηση ενός παιδιού μπορεί να συνεπάγεται μια κατάσταση ανισορροπίας ανάμεσα στους διαθέσιμους πόρους της μητέρας και της οικογένειας γενικότερα και στις προβαλλόμενες απαιτήσεις.

Πράγματι, η γέννηση ενός παιδιού φέρνει νέες προκλήσεις στη ζωή μιας μητέρας καθώς περιλαμβάνει την ενσωμάτωση των απαιτήσεων ενός νέου μέλους της οικογένειας μέσα σε ήδη υπάρχουσες απαιτήσεις. Επιπλέον, η γέννηση ενός παιδιού μπορεί να σημαίνει μείζονες αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα, όπως αλλαγές στην εκτίμηση της μητέρας για τον εαυτό της, αλλαγές στην εικόνα του σώματός της, αλλαγές στην επαγγελματική της ταυτότητα και στον κοινωνικό της ρόλο ως μια νέα πλέον μητέρα, αλλαγές στην ποιότητα της συζυγικής σχέσης (Dagher & Shenassa, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012).

Έτσι, λοιπόν, μετά τον τοκετό μπορεί να παρατηρηθεί σε μια μερίδα γυναικών μια σειρά αντιδράσεων -ορισμένες από τις οποίες αποτυπώνονται πολύ παραστατικά στις προαναφερόμενες δηλώσεις- όπως: η μητέρα κλαίει συνεχώς, βιώνει έντονα αισθήματα μελαγχολίας, ανημπορίας, αβοηθησίας, αισθήματα ανεπάρκειας, αχρηστίας, ανικανότητας να χειριστεί την φροντίδα του μωρού της.

Ολοκληρωτικά συγκλονισμένη από την ιδιαίτερα απαιτητική επιλόχεια εμπειρία, η οποία συχνά συνεπάγεται δυσκολίες με τον θηλασμό, διαταραχές όρεξης, έντονη κόπωση, στέρηση ύπνου είτε εξαιτίας της συνεχούς προσωπικής της ανησυχίας για το μωρό είτε γιατί το ίδιο το μωρό λόγω του ακανόνιστου ωραρίου ύπνου δεν της επιτρέπει να κοιμηθεί, η μητέρα βιώνει ένα ισχυρό πλήγμα στην αυτοεκτίμησή της καθώς ταλανίζεται από συνεχείς αμφιβολίες για το αν θα καταφέρει να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της μητρότητας και στο διττό ρόλο της μητέρας-συζύγου.

Με στραγγισμένα όλα της τα αποθέματα, νιώθει τόσο κουρασμένη που με δυσκολία σηκώνεται από το κρεβάτι να φροντίσει το νεογέννητο μωρό της ή να φτιάξει μια κούπα καφέ στο σύζυγό της. Κάνει σκέψεις να βλάψει το μωρό της και μετά αισθάνεται σοκ, έκπληξη, βαθιά απογοήτευση, ντροπή, ενοχή, θυμό για αυτές της τις σκέψεις και από την άλλη έντονο άγχος και φόβο μήπως κάποια στιγμή χάσει τον έλεγχο των συναισθημάτων της.

Έτσι, οργανώνει συνεχώς απειλητικά για τη ζωή σχέδια προκειμένου να βάλει τέλος στην τρέλα της. Έντονες είναι και οι απότομες εναλλαγές διάθεσης και τα αισθήματα μοναξιάς που κατά καιρούς μπορεί να βιώνει τα οποία απορρέουν είτε από πραγματική είτε από αντιλαμβανόμενη έλλειψη συζυγικής υποστήριξης,

Χαρακτηριστικός, όπως παρατηρούμε και από τις προαναφερόμενες δηλώσεις, είναι και ο αμφιθυμικός τρόπος αντιμετώπισης του συντρόφου της καθώς μπορεί από την μια να τον κατηγορεί συνεχώς, να νιώθει έντονη οργή, θυμό για αυτόν λόγω αντιλαμβανόμενης έλλειψης υποστήριξης και κατανόησης, και από την άλλη πλευρά ταυτόχρονα να τον υπερασπίζεται, να αναγνωρίζει τις σκληρές του προσπάθειες και την αδικαιολόγητη φύση του δικού της θυμού απέναντί του (Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Ugarirza, 2002; Walker, 2012).

Ένα κοινό μοτίβο αυτών των γυναικών στην αναζήτηση βοήθειας είναι ότι συχνά υποτιμούν την σοβαρότητα των συμπτωμάτων τους και προτιμούν να υποφέρουν σιωπηλά εξαιτίας του φόβου για τον κοινωνικό στιγματισμό τους ως “κακές μητέρες“, ως ανίκανες να ανταποκριθούν στις κοινωνικές προσδοκίες της μητρότητας, και επιπλέον εξαιτίας του φόβου τους για ενδεχόμενη αποστέρηση του παιδιού τους από κάποια υπηρεσία παιδικής πρόνοιας ή εξαιτίας του φόβου για δικό τους εγκλεισμό σε κάποια ψυχιατρική δομή (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Ugarirza, 2002).

Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι σε ορισμένα πολιτισμικά πλαίσια (κορεατικά, αραβικά) όλα τα προαναφερόμενα καταθλιπτικά συμπτώματα δεν θεωρούνται αποδεκτά αλλά σημάδια αδυναμίας που παρεμποδίζουν την γυναίκα να εκπληρώσει τον παραδοσιακό ρόλο του φύλου της και έτσι η όποια συζήτηση γύρω από αυτά αποθαρρύνεται ενεργά από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012).

Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τη συνήθη τάση των ίδιων των κλινικών να φυσιολογικοποιούν τα συγκεκριμένα συμπτώματα (Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012) έχουν ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο κομμάτι γυναικών που υποφέρουν να προσπερνιέται αδιάγνωστο και έτσι εκ των πραγμάτων να μην γίνεται καμία προσπάθεια για θεραπεία  (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Viguera, Tondo, Koukopoulos, Reginaldi, Lepri, & Baldessarini, 2011; Walker, 2012).
        
Όλη η προαναφερόμενη εικόνα με την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένα χρονικά κριτήρια παραπέμπει κλινικά στην διαταραχή της επιλόχειας κατάθλιψης. Ωστόσο, το προαναφερόμενο επεξηγηματικό μοντέλο της επιλόχειας κατάθλιψης, το οποίο βασίζεται εξολοκλήρου στην ποιοτική ανάλυση δεδομένων (Montgomery, Mossey, Adams, & Bailey, 2012; Ugarirza, 2002) γυναικών που πάσχουν από αυτή την διαταραχή, φαίνεται να διαφέρει κάπως από το περιγραφικό μοντέλο του DSM (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχιατρικών Διαταραχών), το οποίο δεν είναι σε θέση να αποδώσει τον επώδυνο χαρακτήρα του υποκειμενικού βιώματος της επιλόχειας κατάθλιψης ενώ συχνά η κλινική εικόνα και οι χρονικές προϋποθέσεις που προτείνει φαίνεται να αποκλίνουν κάπως από την παρατηρούμενη πραγματικότητα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το DSM-IV ο όρος επιλόχεια κατάθλιψη αναφέρεται σε ένα μη ψυχωτικό μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο που έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) καταθλιμμένη διάθεση,

β) αξιοσημείωτα μειωμένο ενδιαφέρον ή μειωμένη ευχαρίστηση για όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας,

γ) σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους/όρεξης,

δ) αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε μέρα,

ε) ψυχοκινητική διέγερση ή καθυστέρηση σχεδόν κάθε μέρα,

ζ) κόπωση ή απώλεια ενεργητικότητας σχεδόν κάθε μέρα,

η) συναισθήματα αναξιότητας ή ενοχής σχεδόν κάθε μέρα,

θ) μειωμένη ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης ή αναποφασιστικότητα σχεδόν κάθε μέρα,

ι) υποτροπιάζουσες σκέψεις θανάτου, αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο ή αυτοκτονική απόπειρα ή ένα συγκεκριμένο σχέδιο για διάπραξη αυτοκτονίας.

Τουλάχιστον πέντε από τα προαναφερόμενα συμπτώματα πρέπει να είναι παρόντα τουλάχιστον για μια περίοδο 2 εβδομάδων και να αντιπροσωπεύουν σημαντική έκπτωση στην προηγούμενη λειτουργικότητα του ατόμου. Το DSM θέτει ως χρονικό κριτήριο έναρξης της επιλόχειας κατάθλιψης τις 4 πρώτες εβδομάδες μετά την γέννα ενώ το ICD-10 (Διεθνής Στατιστική Ταξινόμηση Ασθενειών και Σχετικών με την Υγεία Προβλημάτων)  τις 6 πρώτες εβδομάδες (Dagher & Shenassa, 2012; Logsdon, Tomasulo, Eckert, Beck, & Dennis, 2012; Musser, Ahmed, Foli, & Coddington, 2012; Patel, Bailey, Jabeen, Barker, & Osiezagha, 2012; Sharma, Burt, & Ritchie, 2009; Ugarirza, 2002; Wisner, Moses-Kolko, & Sit, 2010).

Είναι φανερό ότι σε αντίθεση με το επεξηγηματικό μοντέλο που απορρέει άμεσα από το υποκειμενικό βίωμα των γυναικών με επιλόχεια κατάθλιψη, το κλινικό/περιγραφικό μοντέλο του DSM αδυνατεί να αποδώσει την κυκλική φύση των συμπτωμάτων (οι γυναίκες αναφέρουν ότι μπορεί να αισθάνονται καλά για λίγο καιρό και μετά να επαναβιώνουν καταθλιπτικά συμπτώματα) καθώς κάνει λόγο για επίμονα συμπτώματα διάρκειας δύο εβδομάδων.

Επίσης, οι γυναίκες με επιλόχεια κατάθλιψη όντως εμφανίζουν προβλήματα ύπνου, όχι όμως λόγω αϋπνίας ή υπερυπνίας, αλλά λόγω της στέρησης ύπνου που υφίστανται εξαιτίας των υποχρεώσεων της φροντίδας του παιδιού. Επιπλέον, εμφανίζουν καταθλιμμένη διάθεση αλλά όχι απώλεια ενδιαφέροντος για ευχάριστες δραστηριότητες καθώς φαίνεται από τις ποιοτικές αναλύσεις των απαντήσεων τους ότι και οι ίδιες αναγνωρίζουν πως τέτοιες δραστηριότητες θα τις ανακούφιζαν αλλά δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο για αυτές χρόνο.

Σχετικά, τέλος, με το χρονικό κριτήριο έναρξης που τα κλινικά μοντέλα (DSM, ICD-10) το τοποθετούν, όπως είδαμε, στις 4-6 εβδομάδες, αυτό φαίνεται ότι στην πραγματικότητα δεν πληρείται πάντοτε καθώς αρκετές επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν ότι οι πρώτοι 3 μήνες (αμέσως μετά την γέννα) και πολύ συχνά ακόμη και ο ένας πρώτος χρόνος εγκυμονούν υψηλά ποσοστά κινδύνου εμφάνισης επιλόχεια κατάθλιψης (Dagher & Shenassa, 2012; Ugarirza, 2002; Wisner, Moses-Kolko, & Sit, 2010).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Dagher, R.K., & Shenassa, E.D. (2012). Prenatal health behaviors and postpartum depression: is there an association? Archives of Women’s Mental Health, 15, 31-37.
 
2. Logsdon, M.C., Tomasulo, R., Eckert, D., Beck, C., & Dennis, C.L. (2012). Identification of Mothers at Risk for Postpartum Depression by Hospital-based Perinatal Nurses. The American Journal of Maternal Child Nursing, 37, 218-225.

3. Montgomery, P., Mossey, S., Adams, S., & Bailey, P.H. (2012). Stories of women involved in postpartum depression peer support group. International Journal of Mental Health Nursing, 21, 524-532.

4. Musser, A.K., Ahmed, A.H., Foli, K.J., & Coddington, J.A. (2012). Paternal Postpartum Depression: What Health Care Providers Should Know. Journal of Pediatric Health Care, 2, 1-7.


5. Patel, M., Bailey, R.K., Jabeen, S., Ali, S., Barker, N.C., & Osiezagha, K. (2012). Postpartum Depression: A Review. Journal of Health Care for the Poor and Underserved, 23, 534-542.
 
6. Sharma, V., Burt, V.K., & Ritchie, H.L. (2009). Bipolar II Postpartum Depression: Detection, Diagnosis, and Treatment.  The American Journal of Psychiatry, 166, 1217-1221.

7. Ugarirza, D.N., (2002). Postpartum Depressed Women’s Explanation of Depression. Journal of Nursing Scholarship, 34, 227-233.

8. Viguera, A.C., Tondo, L., Koukopoulos, A.E., Reginaldi, D., Lepri, B., & Baldessarini, R.J. (2011). Episodes of Mood Disorders in 2,252 Pregnancies and Postpartum Periods. The American Journal of Psychiatry, 168, 1179-1185.

9. Walker, P. (2012). Postpartum Depression: Is it Mood Disorder or Medical Condition? Journal of Genetic Counseling, 21, 239-240.

10. Wisner, K.L., Moses-Kolko, E.L., & Sit, D.K.Y. (2010). Postpartum depression: a disorder in search of a definition. Archives of Women’s Mental Health, 13, 37-40.

Συγγραφή Άρθρου

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη - Ψυχολόγος

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη: έχει επιβεβαιωθεί από το E-Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το E-Psychology”, σημαίνει ότι το E-Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχολόγος, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ. (Υπότροφος ΙΚΥ). MSc Αναπτυξιακή/Εξελικτική & Σχολική Ψυχολογία, Α.Π.Θ. (Υπότροφος Ωνάσειου Ιδρύματος). Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση στην Αξιολόγηση & Ψυχοπαιδαγωγική Υποστήριξη Παιδιών με Δυσκολίες Μάθησης & Προσαρμογής (Ειδικές Ανάγκες), Παν/μιο Μακεδονίας. Συστημική Ψυχοθεραπεία, Τραυματοθεραπεία-EMDR

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Σχετικά άρθρα

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Θεραπευτική παρέμβαση στις διατροφικές διαταραχές της εφηβείας
διατροφικές διαταραχές της εφηβείας

Τα προγράμματα θεραπευτικής παρέμβασης  που προτείνονται για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας στην εφηβεία είναι: α) η οικογενειακή θεραπεία, β) η επικεντρωμένη στον έφηβο ατομική ψυχοθεραπεία και γ) η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία.

Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία: Μια ψυχαναλυτική & Γνωστική Εξήγηση
Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχαναλυτική εξήγηση του φαινομένου των διατροφικών διαταραχών στην εφηβεία, η οποία τις προσεγγίζει ως μια προσπάθεια του έφηβου να διαχειριστεί συγκρούσεις που προβάλλει η συγκεκριμένη αναπτυξιακή φάση, παλινδρομώντας σε ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο.

Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία: Παράγοντες Κινδύνου
Διατροφικές Διαταραχές

Μια σημαντική μερίδα ερευνών έχει καταδείξει μια σειρά από παράγοντες επικινδυνότητας για τις διατροφικές διαταραχές σε εφήβους, δηλαδή συγκεκριμένα γενετικά και περιβαλλοντικά ίχνη που φαίνεται να συνιστούν μια απαραίτητη, σίγουρα όμως όχι επαρκή, συνθήκη για την γέννηση των διατροφικών διαταραχών.

Διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία: Διάγνωση, Διαφορές Φύλου, Πρόγνωση
Διατροφικές διαταραχές

Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ψυχιατρικές καταστάσεις στις οποίες η φυσιολογική λειτουργία της θρέψης παύει να εξυπηρετεί τον αρχικό σκοπό προσαρμογής της, την επιβίωση, και μετασχηματίζεται σε μια συνθήκη δυσπροσαρμοστικών πρακτικών διατροφής που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες της επιβίωσης αλλά αντιθέτως μάλιστα την θέτουν σε κίνδυνο.

Κακοποίηση στην Παιδική Ηλικία: Συνέπειες στην Ενήλικη Ζωή( Μέρος 2)

Στη διαθέσιμη διεθνή βιβλιογραφία καταγράφονται ποικίλες συνέπειες που εμφανίζονται μακροπρόθεσμα στην ενήλικη ζωή ατόμων που έχουν υποστεί παιδική κακοποίηση. Αξίζει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι ανάμεσα στους ενήλικες με κακοποίηση στην παιδική ηλικία υπάρχουν και εκείνοι που δεν παρατηρούνται σε κάποια από τις κατηγορίες των συνεπειών που θα αναλυθούν αλλά εκδηλώνουν αξιοσημείωτη ψυχική ανθεκτικότητα.

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.