διατροφικές διαταραχές της εφηβείας

Τα προγράμματα θεραπευτικής παρέμβασης  που προτείνονται για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας στην εφηβεία είναι: α) η οικογενειακή θεραπεία, β) η επικεντρωμένη στον έφηβο ατομική ψυχοθεραπεία και γ) η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία.

Οικογενειακή Θεραπεία στην Ψυχογενή Ανορεξία

Το θεωρητικό πλαίσιο της οικογενειακής θεραπείας για την ανορεξία προτείνει ότι συγκεκριμένες ψυχοσωματικές οικογενειακές διεργασίες, συγκεκριμένα δυσλειτουργικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά της δομής της οικογένειας του εφήβου, όπως η ακαμψία, η παρεμβατικότητα, η αποφυγή συγκρούσεων και η υπερπροστατευτικότητα, είναι εκείνα που συντηρούν την διατροφική αυτή διαταραχή.

Ωστόσο, στην περίπτωση της ανορεξίας, η οικογενειακή θεραπεία δεν επικεντρώνεται στις προαναφερόμενες οικογενειακές διεργασίες αυτές καθ’ αυτές αλλά στη στήριξη όλων των μελών της οικογένειας, με σκοπό να προάγουν την αλλαγή της διατροφικής συμπεριφοράς του εφήβου.

Έτσι, οι θεραπευτικοί στόχοι εδώ είναι:

1) οι γονείς ενθαρρύνονται και εξασκούνται στο να αναλάβουν τον έλεγχο της διατροφής του εφήβου και στο να προάγουν στον/στην έφηβο/η την πρόσληψη βάρους,

2) ενισχύεται η γονική επάρκεια και ικανότητα με το να αμφισβητούνται ανοιχτά οι προσωπικές εικασίες των γονέων ότι ευθύνονται οι ίδιοι για την ανορεξία του έφηβου παιδιού τους,

3) οι γονείς τίθενται υπεύθυνοι για και εξασκούνται στην λήψη αποφάσεων σχετικά με τον χειρισμό της εκούσιας ασιτίας του εφήβου,

4) παρέχεται εκπαίδευση στους γονείς σχετικά με τις επιδράσεις της ψυχογενούς ανορεξίας στις σχέσεις καθώς και στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του ανορεκτικού εφήβου,

5) αφαιρούνται τα γονεϊκά αισθήματα ενοχής και παροτρύνεται όλη η οικογένεια να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ενωμένη, εξηγώντας ότι η ανορεξία συνιστά μια ψυχιατρική νόσο (Lock & Fitzpatrick, 2009).

Αρχικά, η οικογενειακή θεραπεία επικεντρώνεται στην πρόσληψη βάρους του νεαρού ατόμου και κάθε συνεδρία ξεκινά με αναφορά στην πρόοδο που έχει σημειώσει ο ανορεκτικός έφηβος ώστε να καταδειχθεί σε όλα τα μέλη της οικογένειας η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών τους την προηγούμενη βδομάδα.

Οι γονείς στις αρχικές συνεδρίες, λόγω των μεταξύ τους διαφορετικών στάσεων, συνήθως δυσκολεύονται να αποφασίσουν κοινές στρατηγικές επαναφοράς του εφήβου στα φυσιολογικά επίπεδα βάρους (π.χ. παρακολούθηση των γευμάτων που κάνει ο έφηβος, αποτροπή του από τη σωματική άσκηση, δηλαδή ενέργειες παρόμοιες με εκείνες που θα απαιτούνταν για να βοηθηθεί το παιδί στην περίπτωση οποιασδήποτε άλλης σοβαρής ιατρικής κατάστασης).

Μάλιστα, στις πρώτες κιόλας συνεδρίες προτείνεται να λάβει χώρα ένα οικογενειακό γεύμα παρουσία του θεραπευτή ώστε αυτός να είναι σε θέση να παρατηρήσει τις οικογενειακές διεργασίες κατά την διάρκεια του φαγητού και να διευκολύνει την επίλυση προβλημάτων σχετικά με την άρνηση του φαγητού. Τα αδέρφια αποτρέπονται από το να εμπλέκονται σε προσπάθειες διαχείρισης των συμπτωμάτων της ανορεξίας του/της αδελφού/ή τους και να παίζουν τον ρόλο των γονέων στην αδελφική τους σχέση με τον/την ανορεκτικό/ή έφηβο/η, αλλά αντιθέτως ενθαρρύνονται να λειτουργούν υποστηρικτικά, κάνοντας διασκεδαστικές συζητήσεις, παίζοντας παιχνίδια, παρακολουθώντας ταινίες με τον “ασθενή” αδελφό/ή, κάνοντας χάρες ή βοηθώντας στις δουλειές του σπιτιού.

Η βασική ιδέα, λοιπόν, είναι να επιστρατευτούν όλα τα οικογενειακά αποθέματα για να βοηθηθεί το μέλος της οικογένειας που πάσχει από ανορεξία. Όταν η αποκατάσταση του φυσιολογικού σωματικού βάρους επιτευχθεί και ο έφηβος τρώει πλέον χωρίς να διαμαρτύρεται και χωρίς να χρειάζεται γονική επίβλεψη, τότε σταδιακά η ευθύνη για την λήψη τροφής μεταβιβάζεται στον έφηβο, με τους γονείς να εκπαιδεύονται στο να διασφαλίσουν στον έφηβο ότι μπορεί να τα καταφέρει και ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την πρόσκληση της υποτροπής σε ανορεκτικές σκέψεις και συμπεριφορές, και παράλληλα με το να ενθαρρύνεται ο έφηβος να αντικαταστήσει σταδιακά τις ανορεκτικές του ανησυχίες (για το φαγητό, την εικόνα του σώματος) με άλλα αναπτυξιακά κατάλληλα ενδιαφέροντα και δραστηριότητες, όπως παρέες με φίλους, πάρτυ.

Στις τελευταίες συνεδρίες, ο θεραπευτής επικεντρώνεται στη γενικότερη πρόοδο του εφήβου και προσεγγίζει πλέον την ανορεξία από την οπτική του πώς αυτή ενεπλάκη και παρεμπόδισε τυπικά αναπτυξιακά “καθήκοντα” της εφηβείας (αυτονομία, κοινωνική ταυτότητα, ικανότητες για εστιασμένη εργασία και οικειότητα). Ο θεραπευτής προτείνει στους γονείς να κάνουν μια λίστα από δεξιότητες που χρησιμοποίησαν κατά την διάρκεια της μάχης με την ανορεξία και να εκτιμήσουν πώς αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην επίλυση άλλων διλημμάτων της εφηβείας. Ο θεραπευτής, επίσης, ζητά από τους γονείς να εξετάσουν πώς η διαχείριση αυτής της οικογενειακής κρίσης επηρέασε τη συζυγική τους σχέση και τους ενθαρρύνει να αφιερώνουν χρόνο στη σχέση τους (Lock & Fitzpatrick, 2009).

Οικογενειακή Θεραπεία στη Βουλιμία

Το οικογενειακό θεραπευτικό πρόγραμμα παρέμβασης στην βουλιμία ακολουθεί την ίδια προαναφερόμενη φιλοσοφία με ορισμένες μονάχα τροποποιήσεις, οι οποίες δίνουν στον έφηβο πιο γρήγορα ενεργό ρόλο, δεδομένου ότι οι βουλιμικοί έφηβοι σε σύγκριση με τους ανορεκτικούς είναι συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, πιο αυτόνομοι και πρόθυμοι να σπάσουν τον κύκλο των δυσλειτουργικών διατροφικών τους συμπεριφορών.

Έτσι, από τις πρώτες κιόλας συνεδρίες ενθαρρύνεται από τον θεραπευτή ένα συνεργατικό κλίμα ανάμεσα στους γονείς και στον έφηβο, η ανάληψη κοινής δράσης στο σχεδιασμό στρατηγικών για την αλλαγή των παθολογικών μοτίβων διατροφικής συμπεριφοράς. Επισημαίνεται στους γονείς να φροντίσουν να διαμορφώσουν στο σπίτι ένα περιβάλλον που θα μειώνει ή ακόμη και θα εξαλείφει καταστάσεις που θα μπορούσαν να βάλουν το παιδί σε πειρασμό να φάει υπερβολικά και να πυροδοτήσουν βουλιμικά επεισόδια, όπως για παράδειγμα ντουλάπια-αποθήκες με τεράστιες ποσότητες φαγητού.

Παράλληλα, προτείνεται στους γονείς να αναπτύξουν στρατηγικές χειρισμού των συμπεριφορών αντιστάθμισης (π.χ. καθαρτικά, υπερβολική σωματική άσκηση) που χρησιμοποιεί ο έφηβος μετά από ένα βουλιμικό επεισόδιο, όπως για παράδειγμα το να τον πηγαίνουν μια βόλτα με το αυτοκίνητο, να βλέπουν μια ταινία μαζί, να βγαίνουν για περίπατο. Όταν στους γονείς δίνεται ο ρόλος να βοηθήσουν, μειώνονται και τα αισθήματα ντροπής τους που συνήθως είναι έντονα γενικά στις περιπτώσεις γονέων με βουλιμικά παιδιά, και απορρέουν κυρίως από τη συμπτωματολογία της νόσου (π.χ. συχνοί αυτοπροκαλούμενοι εμετοί..). Στις τελευταίες συνεδρίες ο θεραπευτής δουλεύει την προσωπική ανάπτυξη του ίδιου του εφήβου, την ανάπτυξη μιας υγιούς σχέσης ανάμεσα στον έφηβο και τους γονείς του καθώς και την θεμελίωση κατάλληλων οικογενειακών ορίων (Lock & Fitzpatrick, 2009).

Η ατομική θεραπεία στην Ψυχογενή Ανορεξία

Η ατομοκεντρική ψυχοθεραπεία στην περίπτωση της ψυχογενούς ανορεξίας επικεντρώνεται όχι στα συμπεριφορικά, όπως η οικογενειακή, αλλά στα ψυχολογικά μειονεκτήματα του εφήβου.

Στόχος της θεραπείας είναι να βοηθήσει τον έφηβο να πάψει να αποφεύγει, ενασχολούμενος επίμονα με ζητήματα φαγητού και βάρους, τις αρνητικές συναισθηματικές του καταστάσεις, που σχετίζονται με την επιτέλεση των αναπτυξιακών καθηκόντων της ηλικίας του, να δομήσει πιο λειτουργικούς τρόπους χειρισμού των συναισθημάτων του και να βελτιώσει το αίσθημα της αυτεπάρκειάς του. 

Έτσι, ο θεραπευτής αρχικά μαθαίνει στον έφηβο ασθενή να αναγνωρίζει, να προσδιορίζει και να ονοματίζει τα συναισθήματά του, με απώτερο στόχο να αυξήσει την ανοχή του απέναντι σε αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, μια υποστηρικτική θεραπευτική σχέση είναι απαραίτητη, παράλληλα, όμως, ο θεραπευτής χρησιμοποιεί την εξουσία που του δίνει η “αυθεντία” του ρόλου του για να τονίσει την ανάγκη για την προσκόλληση του εφήβου στις ιατρικές συστάσεις για την πρόσληψη βάρους. Μέσα στο πλαίσιο της προαναφερόμενης θεραπευτικής συμμαχίας, ο έφηβος ενθαρρύνεται να ανταποκριθεί στις αναπτυξιακές προκλήσεις που προβάλει το ηλικιακό του στάδιο.

Για παράδειγμα, αν ο έφηβος αγωνίζεται ακόμη με ανάγκες προηγούμενων σταδίων, όπως η ανάγκη της παιδικής ηλικίας για απόλυτη εξάρτηση από τους γονείς καθώς και η συνεπακόλουθη άρνηση του να εμπλακεί σε κοινωνικές σχέσεις με τους συνομηλίκους του και να αρχίσει σταδιακά να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες και προσδοκίες της ενήλικης ζωής, τότε το να τεθούν ορισμένοι στόχοι ανεξαρτητοποίησης θα μπορούσε να είναι ένα θεραπευτικό κλειδί.

Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος ο θεραπευτής εφαρμόζει μια ποικιλία από γνωστικές και συμπεριφορικές στρατηγικές, όπως στρατηγικές χαλάρωσης, στρατηγικές διαχείρισης θυμού και γνωστικές στρατηγικές, οι οποίες επικεντρώνεται στην κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές. Ωστόσο, σε αντίθεση με την γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία,  οι στρατηγικές δεν επικεντρώνονται σε γνωστικά σχήματα για το φαγητό, το βάρος και την εικόνα του σώματος αλλά σε υποκείμενα ψυχολογικά και αναπτυξιακά ελλείμματα που συνιστούν την βάση των διατροφικών διαταραχών, όπως καταθλιπτικά χαρακτηριστικά, ελλείμματα στην αυτοεκτίμηση, ζητήματα ελέγχου και θυμού του εφήβου απέναντι στους γονείς του τα οποία μπορεί να εκφράζονται ασυνείδητα μέσα από την άρνηση της τροφής, ως μια προσπάθεια τιμωρίας των γονέων και άσκησης ελέγχου πάνω τους, και στη συνέχεια εκφράζονται ως ενοχή για τις συνέπειες της διαταραχής.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο θεραπευτής φέρνει στην επιφάνεια, στη συνειδητή επίγνωση του εφήβου, τα προαναφερόμενα συναισθήματα και παρέχει στον έφηβο προσαρμοστικούς μηχανισμούς έκφρασης θυμού και διεκδίκησης ελέγχου. Ο θεραπευτής χρησιμοποιεί μια σειρά από τεχνικές για να επιτύχει τους προαναφερόμενους στόχους.

Κατ’ αρχήν, επιδεικνύει ο ίδιος προσαρμοστικές δεξιότητες για την ρύθμιση των συναισθημάτων, οι οποίες γίνονται αντικείμενο μίμησης από τον έφηβο ασθενή. Ορισμένες φορές, όπως στην περίπτωση της μη προσκόλλησης του εφήβου στις ιατρικές οδηγίες για την πρόσληψη βάρους, ο θεραπευτής μπορεί να γίνει ιδιαίτερα κατευθυντικός, δίνοντας συγκεκριμένες οδηγίες και καθοδήγηση για την διαχείριση των παθολογικών διατροφικών συμπεριφορών. Επίσης, προκειμένου να χτιστεί και να συντηρηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τον έφηβο, ο θεραπευτής μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει την αυτοαποκάλυψη, δηλαδή να μοιραστεί προσωπικές πληροφορίες και συναισθήματα.

Μια τέτοια κίνηση θα πρέπει να γίνει με προσοχή, παράλληλα με την διατήρηση των ορίων της θεραπευτικής σχέσης, έχοντας μονάχα ως στόχο να προάγει μια βαθύτερη αίσθηση ενσυναίσθησης με τον έφηβο και να προκαλέσει τους ελλειμματικούς τρόπους σκέψης του (π.χ. “Νομίζω ότι θα ένιωθα μεγάλη θλίψη για αυτό. Τι είδους συναισθήματα, αλήθεια, είχες εσύ για αυτό;”). Μία ακόμη στρατηγική που χρησιμοποιείται στα πλαίσια της ατομοκεντρικής ψυχοθεραπείας για την ανορεξία είναι η “εξωτερίκευση” της διαταραχής, δηλαδή ο διαχωρισμός, η δημιουργία ενός γνωστικού κενού ανάμεσα στην προσωπικότητα του εφήβου και την ασθένειά του. (π.χ. “Πες μου, σε παρακαλώ, γιατί δεν είμαι σίγουρος, αυτή τη στιγμή μιλάς εσύ ή η ανορεξία σου;”, “Φαίνεται ότι σήμερα η ανορεξία είναι ιδιαίτερα ισχυρή!”).

Αυτή η τεχνική αφενός επιτρέπει τον θεραπευτή να επιδείξει στον έφηβο ασθενή άνευ όρων αποδοχή χωρίς, όμως, παράλληλα να υποστηρίζει τις ανορεκτικές ανησυχίες και συμπεριφορές του. Αφετέρου προάγοντας την ανάπτυξη της μεταγνώσης, διευκολύνει και την αντικειμενική κατανόηση της προσωπικής εμπειρίας της ασθένειας και το πώς αυτή εμπλέκεται στην “φυσιολογική” τυπική ανάπτυξη παρεμποδίζοντας την επίλυση των αναπτυξιακών προκλήσεων της εφηβείας, ώστε ο έφηβος να αντιληφθεί ότι η ανορεξία είναι μια ασθένεια και όχι μια προσωπική αποτυχία και ότι ο ίδιος είναι πολλά περισσότερα από τον ανορεκτικό εαυτό του.

Στην θεραπεία περιλαμβάνονται επίσης συνεδρίες με τους γονείς, είτε για να συγκεντρώσει ο θεραπευτής από αυτούς πληροφορίες που ενδεχομένως ο έφηβος να μην αποκαλύπτει, είτε για να τους παρέχει την κατάλληλη εκπαίδευση για την ψυχογενή ανορεξία και την ανάπτυξη στην εφηβεία, ώστε οι γονείς να εκτείνουν τις δεξιότητές τους (Lock & Fitzpatrick, 2009).

Θεωρητικό Πλαίσιο Γνωστικοσυμπεριφορικής Θεραπείας στη Βουλιμία

Τέλος, το θεωρητικό πλαίσιο της γνωστικoσυμπεριφορικής θεραπείας για την βουλιμία προτείνει ότι η συγκεκριμένη διατροφική διαταραχή συντηρείται από δυσλειτουργικές στάσεις και σκέψεις (γνωσίες) για το σχήμα και βάρος του σώματος, οι οποίες οδηγούν σε υπερεκτίμηση/εξιδανίκευση του αδύνατου σώματος, σε απογοήτευση από το προσωπικό τρέχον βάρος και σχήμα του σώματος και σε προσπάθειες ελέγχου του με υπερβολική δίαιτα. Η υπερβολικά στερητική δίαιτα με τη σειρά της καταλήγει τόσο σε ψυχολογική όσο και σε βιολογική αποστέρηση.

Γνωστικοσυμπεριφορική Θεραπευτική Παρέμβαση στη Βουλιμία

Παράλληλα, οι διαιτητικοί περιορισμοί αυξάνουν την πιθανότητα βουλιμικών επεισοδίων (υπερβολική κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού) εξαιτίας της υπερβολικής πείνας. Αυτά τα βουλιμικά επεισόδια με την σειρά τους δημιουργούν έντονα αισθήματα ενοχής και αυξάνουν τα αισθήματα άγχους για το βάρος και σχήμα του σώματος, οδηγώντας το άτομο σε συμπεριφορές αντιστάθμισης (π.χ. πρόκληση εμετού, χρήση καθαρτικών), ως μια προσπάθεια να καταλαγιάσει αυτά τα αρνητικά συναισθήματα. Η θεραπευτική συμμαχία εδραιώνεται με συχνές συνεδρίες και με την χρήση κλινικών τηλεφώνων.

Επίσης, επιστρατεύονται οι γονείς οι οποίοι θεωρούνται σημαντικοί σύμμαχοι στην θεραπευτικοί διαδικασία. Τους παρέχεται εκπαίδευση σχετικά με την διαταραχή, τις αρνητικές βιολογικές και συναισθηματικές της επιδράσεις, τους στόχους και την διαδικασία της θεραπείας, τους ζητείται να αλλάξουν καταστάσεις στο περιβάλλον του σπιτιού (π.χ. υπερφορτωμένα από φαγητά ντουλάπια) που μπορούν να πυροδοτήσουν βουλιμικά επεισόδια στον έφηβο και συχνά τους ζητείται η συνεργασία στην εκτέλεση συμπεριφορικών πειραμάτων.

Επειδή τα βουλιμικά συμπτώματα αναδύονται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της διαδικασίας της εφηβικής βιολογικής, γνωστικής και συναισθηματικής ωρίμανσης, αυτά τα αναπτυξιακά ζητήματα διερευνώνται ως πυροδοτικοί παράγοντες ή παράγοντες συντήρησης για τις παθολογικές συμπεριφορές διατροφής.

Στις αρχικές συνεδρίες εξηγούνται στον έφηβο ασθενή πώς τα συμπτώματα της βουλιμίας πυροδοτούνται και συντηρούνται καθώς και οι θεραπευτικοί στόχοι που περιλαμβάνουν: εξάλειψη των βουλιμικών επεισοδίων και των αντισταθμιστικών συμπεριφορών, εγκαθίδρυση ενός υγιούς μοτίβου διατροφικής συμπεριφοράς, εντοπισμός και αλλαγή των διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων για το βάρος και σχήμα του σώματος, σχεδιασμός ενός προληπτικού πλάνου υποτροπής.

Ο θεραπευτής εκπαιδεύει τον έφηβο ασθενή σχετικά με τις διατροφικές διαταραχές, τη διαδικασία της θρέψης και της ρύθμισης του βάρους. Ζητείται από τον έφηβο να διατηρεί καθημερινά αρχεία καταγραφής των τροφών που καταναλώνει ώστε να εξασκηθεί στην αυτοπαρατήρηση. Επίσης, ενθαρρύνεται να αλλάξει τις υψηλά περιοριστικές πρακτικές δίαιτας, εφαρμόζοντας σταδιακά ένα υγιές μοτίβο διατροφικής συμπεριφοράς που θα περιλαμβάνει τρία γεύματα και δύο θρεπτικά “σνακ” κατανεμημένα σε όλη της διάρκεια της ημέρας.

Τονίζεται στον έφηβο ότι τα βουλιμικά επεισόδια είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής δίαιτας. Επιπλέον, μέσα από τον έλεγχο του βάρους και των δυσλειτουργικών διατροφικών συνηθειών με την καταγραφή καθημερινών αρχείων, καταδεικνύεται στον έφηβο ασθενή ότι η μείωση των αντισταθμιστικών συμπεριφορών δεν οδηγεί σε αυξημένη πρόσληψη βάρους.

Στις επόμενες συνεδρίες, το επίκεντρο της θεραπείας μεταφέρεται από έναν συμπεριφορικό σε έναν πιο γνωστικό προσανατολισμό. Γνωστικά πειράματα σκέψης στα οποία ο έφηβος ενθαρρύνεται να προκαλέσει σε αμφισβήτηση δυσπροσαρμοστικά γνωστικά σχήματα (σκέψεις) καθώς, επίσης, και τεχνικές επίλυσης προβλημάτων είναι οι δύο κύριες προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό των σκέψεων που υπερεκτιμούν το αδύνατο σώμα, των διαστρεβλώσεων στην αυτοεκτίμηση που μεταφράζεται με όρους εμφάνισης και σωματικού βάρους και της ανισορροπίας ανάμεσα σε σημαντικές περιοχές και στόχους ζωής (π.χ. εκπαίδευση, θρησκεία, σχέσεις, σωματική υγεία).

Η γνωστική θεώρηση συμπληρώνεται με συμπεριφορικά πειράματα που ελέγχουν/τεστάρουν δυσλειτουργικές εικασίες, ιδιαίτερα σε σχέση με την διατροφή (π.χ. συγκεκριμένες “φοβιστικές/απαγορευτικές”τροφές), την εμφάνιση και βάρος.

Στις τελευταίες συνεδρίες καταστρώνεται από κοινού ένα σχέδιο προληπτικής δράσης για ενδεχόμενη υποτροπή. Εντοπίζονται ενδεχόμενες προσδοκώμενες προκλήσεις ή πυροδοτικοί παράγοντες που μπορεί να αναδυθούν τους επόμενους μήνες, ιδιαίτερα εκείνοι που σχετίζονται με ζητήματα της εφηβείας (ανταγωνισμός συνομηλίκων, ανησυχία για τις οικείες σχέσεις με το αντίθετο φύλο).

Γνωστικά πειράματα σκέψης μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να εξασκηθεί ο έφηβος στη χρήση στρατηγικών για την  διαχείριση και αντιμετώπιση αυτών των ενδεχόμενων προκλήσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε υποτροπή. Οι γονείς ενημερώνονται για τις προαναφερόμενες προληπτικές προσπάθειες και εκπαιδεύονται στο να εντοπίζουν συμπεριφορές του εφήβου που μπορεί να σηματοδοτούν μια επερχόμενη υποτροπή.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών στην εφηβεία. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, μονογονεϊκών και διαζευγμένων οικογενειών φαίνεται να υπερτερεί η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ατομοκεντρικής και γνωστικοσυμπεριφορικής προσέγγισης (Lock & Fitzpatrick, 2009). 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Lock, J., & Fitzpatrick, K.K. (2009). Advances in Psychotherapy or Children and Adolescents with Eating Disorders. American Journal of Psychotherapy, 63, 287-303.

Συγγραφή Άρθρου

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη - Ψυχολόγος

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη: έχει επιβεβαιωθεί από το E-Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το E-Psychology”, σημαίνει ότι το E-Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχολόγος, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ. (Υπότροφος ΙΚΥ). MSc Αναπτυξιακή/Εξελικτική & Σχολική Ψυχολογία, Α.Π.Θ. (Υπότροφος Ωνάσειου Ιδρύματος). Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση στην Αξιολόγηση & Ψυχοπαιδαγωγική Υποστήριξη Παιδιών με Δυσκολίες Μάθησης & Προσαρμογής (Ειδικές Ανάγκες), Παν/μιο Μακεδονίας. Συστημική Ψυχοθεραπεία, Τραυματοθεραπεία-EMDR

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Σχετικά άρθρα

Βρείτε ειδικό για Διαταραχές Διατροφής

Ο μοναδικός εξειδικευμένος κατάλογος στο ελληνικό διαδίκτυο.

Μεταβείτε στον κατάλογο Ειδικών Ψ.Υγείας »

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία: Μια ψυχαναλυτική & Γνωστική Εξήγηση
Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχαναλυτική εξήγηση του φαινομένου των διατροφικών διαταραχών στην εφηβεία, η οποία τις προσεγγίζει ως μια προσπάθεια του έφηβου να διαχειριστεί συγκρούσεις που προβάλλει η συγκεκριμένη αναπτυξιακή φάση, παλινδρομώντας σε ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο.

Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία: Παράγοντες Κινδύνου
Διατροφικές Διαταραχές

Μια σημαντική μερίδα ερευνών έχει καταδείξει μια σειρά από παράγοντες επικινδυνότητας για τις διατροφικές διαταραχές σε εφήβους, δηλαδή συγκεκριμένα γενετικά και περιβαλλοντικά ίχνη που φαίνεται να συνιστούν μια απαραίτητη, σίγουρα όμως όχι επαρκή, συνθήκη για την γέννηση των διατροφικών διαταραχών.

Διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία: Διάγνωση, Διαφορές Φύλου, Πρόγνωση
Διατροφικές διαταραχές

Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ψυχιατρικές καταστάσεις στις οποίες η φυσιολογική λειτουργία της θρέψης παύει να εξυπηρετεί τον αρχικό σκοπό προσαρμογής της, την επιβίωση, και μετασχηματίζεται σε μια συνθήκη δυσπροσαρμοστικών πρακτικών διατροφής που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες της επιβίωσης αλλά αντιθέτως μάλιστα την θέτουν σε κίνδυνο.

Κακοποίηση στην Παιδική Ηλικία: Συνέπειες στην Ενήλικη Ζωή( Μέρος 2)

Στη διαθέσιμη διεθνή βιβλιογραφία καταγράφονται ποικίλες συνέπειες που εμφανίζονται μακροπρόθεσμα στην ενήλικη ζωή ατόμων που έχουν υποστεί παιδική κακοποίηση. Αξίζει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι ανάμεσα στους ενήλικες με κακοποίηση στην παιδική ηλικία υπάρχουν και εκείνοι που δεν παρατηρούνται σε κάποια από τις κατηγορίες των συνεπειών που θα αναλυθούν αλλά εκδηλώνουν αξιοσημείωτη ψυχική ανθεκτικότητα.

Παιδική Κακοποίηση: Μορφές και Συνέπειες στην Παιδική & Εφηβική Ηλικία ( Μέρος 1ο)

Το φαινόμενο της σωματικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία άρχισε να γίνεται γνωστό μόλις την δεκαετία του ’60 όταν οι γιατροί “ανακάλυψαν” ότι ορισμένα παιδιά τραυματίζονταν σωματικά από τους γονείς τους και έκαναν λόγο για το “σύνδρομο του κακοποιημένου παιδιού”, ενώ μια δεκαετία αργότερα άρχισε να γίνεται γνωστή και η πραγματική συχνότητα της σεξουαλικής κακοποίησης που μέχρι εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο (Trickett, Negriff, Ji, & Peckins, 2011).

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.