Διαβάστε τη συνέντευξη που έδωσε στο E-Psychology.gr ο Πέτρος Θεοδώρου, Ψυχοθεραπευτής με κεντρικό άξονα δουλειάς τη θεραπεία Gestalt και συγγραφέας του βιβλίου " Ο χορός των θαυμάτων: Τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ρώμη.

1. Το πρώτο πράγμα που βλέπει κάποιος που απλώς πιάνει το βιβλίο σας στα χέρια του είναι το μέγεθός του: 668 ολόκληρες σελίδες...

Στις μέρες μας κυκλοφορεί η ιδέα πως κάποιος που εκδίδει κάτι, πρέπει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της “αγοράς”. Συμφωνώ ότι αυτό έχει ένα νόημα, από τη στιγμή που όταν απευθύνω κάτι σε μία συλλογική πραγματικότητα, δεν μπορώ να αγνοήσω το πώς υφίσταται αυτή η πραγματικότητα. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο, πέρα από το οποίο κάποιος απλώς διατηρεί την προσωπική του ταυτότητα. Να πάρω ως μέτρο το ότι ο μέσος όρος που βλέπει κάποιος μία ανάρτηση στο facebook είναι κάτω των 2 δευτερολέπτων; Ότι οι περισσότεροι βλέπουν μόνο τίτλους ή θέλουν κείμενα λίγων μόνο γραμμών, συνθηματολογικά γραμμένα, σαν φλας ασύνδετων εντυπώσεων, χωρίς επαγωγική σκέψη, χωρίς καμία απαίτηση συγκέντρωσης; Πέρα από το ότι κάτι τέτοιο θα πρόσβαλλε τα χρόνια και τους πόνους της κυοφορίας αυτού του έργου, θα πρόσβαλλα και τον αναγνώστη. Δεν αντιλέγω ότι πολλοί θα τρομάξουν με τον όγκο του βιβλίου.

Όμως, πρώτον, οι περιοχές του έχουν σχετική αυτονομία και μπορούν να διαβαστούν ακόμα και ανακατωμένες (δεν πρόκειται για μυθιστόρημα). Και δεύτερον, επιζούν ακόμα άφθονοι ενεργητικοί αναγνώστες που απολαμβάνουν ένα κείμενο να απλώνεται σε πολλά θέματα και ενότητες... ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι αναγνώστες, πέρα από τις προδιαγραφές της βιβλιο-μόδας περί αυτογνωσίας μέσω τσιτάτων και αποφθεγμάτων, και “ζουν ανάμεσά μας”, ψάχνοντας κάτι περισσότερο από ασύνδετα μικρά αρθράκια και παθητική συσσώρευση απλώς εντυπωσιακής πληροφορίας.

Έτσι, οι 668 σελίδες μπορεί να γαβγίζουν άγρια στην “αγορά”, όμως σας διαβεβαιώ πως δεν δαγκώνουν κανέναν.

2. Μιλάτε για τη φυσική και την προσωπική πραγματικότητα, για τους θαυμαστούς τρόπους με τους οποίους χτίζεται η ανθρώπινη εμπειρία από στιγμή σε στιγμή, για το πώς δημιουργείται το “εγώ είμαι”, το “εσύ είσαι”, το “συναντιόμαστε”. Πώς θα κατατάσσατε το περιεχόμενο και πώς γεννήθηκε η ιδέα να το παρουσιάσετε σε ένα βιβλίο; Είναι φιλοσοφία; Ψυχολογία; Κάτι άλλο;

Κατά τις σπουδές μου στην ψυχοθεραπεία Gestalt ταλαιπωρήθηκα πολύ σε κάτι, όπως και σχεδόν όλοι όσους συναδέλφους ξέρω ανά τον κόσμο. Ο λόγος; Η Gestalt, όπως και κάθε ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, δεν είναι να δουλεύουμε μόνο εμπειρικά, σαν να λέμε τον καφέ. Δουλεύουμε διαισθητικά (βιωματικά), αλλά στηριζόμαστε σε κάποιες φιλοσοφικές ιδέες και αρχές, από τις οποίες και γεννιέται η κάθε προσέγγιση.

Έπρεπε λοιπόν να εξοικειωθούμε με γνώση που αγγίζει τη φιλοσοφία. Το ζήτημα ήταν ότι αυτό έπρεπε να γίνει επιλεκτικά. Δηλαδή, όχι στον βαθμό και κυρίως όχι με τον τρόπο που θα το έκανε ένας σπουδαστής της φιλοσοφίας. Η εκπαίδευση έδινε ασφαλώς το βάρος στην ψυχοθεραπεία και, παρότι έδινε βασική φιλοσοφική πληροφορία και υποδείκνυε πολλές κατευθύνσεις για περαιτέρω θεωρητική εξερεύνηση, δεν ήταν δική της δουλειά να καλύψει αυτόν τον τομέα.

Το αποτέλεσμα; Άλλοι χανόταν στον λαβύρινθο της φιλοσοφικής αοριστολογίας, άλλοι παρατούσαν παντελώς ή υποβάθμιζαν τη θεωρητική αυτή αναγκαία γνώση - αλλά όλοι ταλαιπωρούμασταν.

Έτσι, η ιδέα μου αρχικά ήταν να κάνω ένα βιβλίο που θα χρησίμευε σε οποιονδήποτε θέλει να εμβαθύνει σε θέματα που βρίσκονται στα θεμέλια κάθε ανθρωπιστικής ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης, χωρίς όμως να χαθεί. Σιγά-σιγά όμως, η ιδέα αυτή προχώρησε, άνοιξε. Θέλησα να κάνω ένα κείμενο που να απευθύνεται στον οποιονδήποτε ενδιαφέρεται γι’ αυτά τα θέματα, άσχετα από το επάγγελμα και τις ασχολίες του. Τελικά, το κλίμα του βιβλίου δεν είναι ψυχοθε­ραπευτικό ή καθαρά ψυχολογικό ή φιλοσοφικό, αλλά σίγουρα (και κυρίως) διάχυτων “υπαρξιακών” διαθέσεων, με μια γενική ποιητική ατμόσφαιρα. Επίσης, το βιβλίο δεν είναι εγχειρίδιο ανακάλυψης καμιάς αλήθειας και, αν και περιλαμβάνει μεγάλου βάθους πληροφορία, δεν είναι κανενός είδους οδηγός για να “βρει” κάποιος έναν εαυτό που έχασε και ψάχνει εναγωνίως ή για να προχωρήσει στην περίφημη αυτοβελτιωσή του ξαπλωμένος στον καναπέ.

3. Δηλαδή απλοποιήσατε το κείμενο και αποφύγατε ορολογία;

Κάθε άλλο! Απλώς, πρόσεξα πολύ, πάρα πολύ τη γλώσσα και τη διατύπωση και δεσμεύτηκα από την εισαγωγή κιόλας, να εξηγώ και τον παραμικρό όρο. Είμαι κατηγορηματικός: το βιβλίο αυτό ΔΕΝ απευθύνεται στον ειδικό. Έχει βέβαια τεράστιο όγκο πληροφορίας πολύτιμης για τον ειδικό ψυχοθεραπευτή ή ψυχολόγο, επαγγελματία ή σπουδαστή - ακριβώς αυτή που του χρειάζεται για να ξέρει γιατί κάνει ό,τι κάνει στην επαγγελματική του πράξη. Όμως είναι έτσι γραμμένο, που η πληροφορία αυτή αφορά και οποιονδήποτε “ανήσυχο” άνθρωπο. Τονίζω ότι ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να έχει καμία απολύτως προηγούμενη σχετική γνώση για να γυρίσει αυτές τις σελίδες.

Ορολογία; Έχω άφθονη, γιατί πιστεύω ότι ο όρος είναι πολύ καλό πράγμα: βοηθά να συμπυκνώσουμε πολλά νοήματα σε μια-δυο λέξεις - αρκεί, οπωσδήποτε να ξέρουμε και να ξεκαθαρίζουμε πώς έγινε αυτή η συμπύκνωση. Επιπλέον, σαφώς δεν χρειάζεται καμία ιδιαίτερη νοημοσύνη για να καταλάβει κάποιος έναν όρο, εφόσον του εξηγήσουν καθαρά τη σημασία του - άλλωστε, δεν ξέρω αν ο Einstein, παρά την ευφυία του, θα καταλάβαινε όρους της μαγειρικής ή της κηπουρικής χωρίς να του εξηγήσει κάποιος τη σημασία τους. Άρα η ορολογία είναι απλώς θέμα του τρόπου με τον οποίο πληροφορεί ο πομπός και της διάθεσης του δέκτη να ακούσει και όχι δυσκολίας.

4. Ωστόσο, τα θέματα με τα οποία καταπιάνεστε, είναι από τη φύση τους περίπλοκα.

Ακριβώς, και εδώ είναι η πρόκληση. Το ζήτημα δεν είναι να απλοποιήσεις αυτό που θέλεις να πεις. Ζωή, θάνατος, ύπαρξη, εαυτός, συναίσθημα, εσύ, εγώ, εμείς, γαλαξίες, σώμα, χωροχρόνος, εντροπία, σε θέλω, δεν σε θέλω, δυαδική συμπεριφορά της ύλης, κβαντική θεωρία πεδίου, έτσι σε θέλω και όχι αλλιώς... όλα αυτά είναι σύνθετα ζητήματα. Πώς να μιλήσεις “απλά” για τόσα θαύματα χωρίς να γίνεις απλοϊκός; Μπορείς να μιλήσεις απλά για την εμπειρία σου από ένα θαύμα, αλλά όχι για το ίδιο το θαύμα, το οποίο παραμένει σύνθετο και ανεξιχνίαστο. Αν πας να το περιγράψεις με “απλά” λόγια για να γίνει δήθεν “ευκολοχώνευτο”, παραβιάζεις την ίδια του τη φύση, το πετσοκόβεις - με δυο λόγια το υποβιβάζεις, το ρημάζεις, το κάνεις απλοϊκό, όχι απλό - κάτι σαν τουριστική ατραξιόν.

5. Αυτό εννοείτε με τη λέξη “πρόκληση”;

Ναι: να συνθέσεις έναν τρόπο να μιλήσεις για τέτοια θέματα χωρίς υπεραπλουστεύσεις και ταυτόχρονα να γίνεσαι κατανοητός. Εξάλλου απεχθάνομαι την ποπ ψυχολογία - φιλοσοφία και ιδιαιτέρως τον όρο “απλός άνθρωπος” - είναι ρατσιστικός και προσβλητικός. Δεν πιστεύω στη ράτσα αυτή, γιατί κανένας άνθρωπος δεν είναι “απλός”, όπως νοείται αυτή η λέξη στη συγκεκριμένη χρήση της - όλοι μπορούμε να “καταλάβουμε” τα πάντα, αρκεί να το επιθυμούμε και να μας το περιγράφουν με σαφήνεια. Δεν θεωρώ ότι απευθύνομαι σε μωρά και, αν φροντίζω τη γραφή μου, είναι γιατί σέβομαι βαθύτατα οποιονδήποτε θέλει να προσεγγίσει ενεργητικά το υλικό μου.

Νομίζω ότι η μόδα της μαζικής κουλτούρας και του λαϊκισμού πολλών “ειδικών” της αυτογνωσίας, που προσαρμόζουν τα κείμενά τους σε κάποιον υποτιθέμενο “απλό άνθρωπο”, έχουν δημιουργήσει μία αυτοεικόνα αναπηρίας στον καλοπροαίρετο μέσο αναγνώστη, ο οποίος εκπαιδεύτηκε να τη θεωρεί αληθινή και δική του - άρα να τη συντηρεί. Δεν απευθύνομαι στον αναγνώστη όπως τον σκιτσάρει η “αγορά”. Αλλά σε τόσους και τόσους “κατοίκους” ενός απέραντου χώρου, που δεν περιορίζεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, στα χρονολόγια του facebook και σε οδηγίες γρήγορης, εύκολης και ανώδυνης “πνευματικής ανέλιξης”.

Εξάλλου φρόντισα πολύ τον αναγνώστη, προσέχοντας πολλά πράγματα: τη διάταξη των παραγράφων, ενότητες που δεν ξεπερνούν τις 4 σελίδες, άφθονες επαναλήψεις, ανακεφαλαιώσεις και υπενθυμίσεις, σημείωση του αριθμού της ενότητας δίπλα στη σελίδα, ώστε να είναι εύκολη και άμεση η πλοήγηση κλπ.

6. Στον υπότιτλο, μιλάτε για ένα “οδοιπορικό στην ύπαρξη και τη στιγμή, στο μυστήριο της ανθρώπινης εμπειρίας και της προσωπικής πραγματικότητας, στον καθρέφτη και τις σκιές των ματιών του Άλλου”. Είναι οι “τίτλοι” των θεμάτων του βιβλίου;

Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Συνήθως, οι θεματικές περιοχές τέτοιων κειμένων αναφέρονται σε αρκετά σαφείς τομείς γνώσεις. Από αυτήν την άποψη, το βιβλίο αυτό είναι κάπως “μετέωρο”. Δεν αναφέρεται σε έναν μόνο τομέα γνώσης. Έστησα μία “ξενάγηση” ένα “οδοιπορικό”, σε διάφορα υπαρξιακά θέματα, σύμφωνα με τα δικά μου ενδιαφέροντα. Φρόντισα η επαγωγικότητα και η δομή αυτής της διαδρομής να είναι πάρα πολύ σαφής, ώστε να φαίνεται στιβαρά η ταυτότητα του βιβλίου - αρκεί βέβαια κάποιος να του δώσει τον χρόνο να την ξεδιπλώσει, να θελήσει να το “ανακαλύψει”, χωρίς να ξέρει εξαρχής πού και πώς θα τον ταξιδέψει.

Σε γενικές γραμμές, το βιβλίο ξεκινά με την υφή και τον τρόπο που υφίσταται η φυσική πραγματικότητα. Μετά, περνούμε στο πώς χτίζεται η προσωπική πραγματικότητα του καθένα μας και πώς, κυρίως μέσω του σώματος, φτάνουμε να αρθρώνουμε το “εγώ είμαι” και να συγκροτούμε αυτο που λέμε “εαυτός”.

Στη συνέχεια, μας απασχολεί τι εννοούμε όταν λέμε “εσύ είσαι” - πού είσαι; πώς είσαι; πόσο μοιάζουμε; πόσο διαφέρουμε; κι αν συναντόμαστε, πώς και ώς πού φτάνει το “μαζί”; πώς δίνουμε νόημα στα πράγματα; τι σημαίνει μοναξιά, απώλεια - θάνατος και ευθύνη επιλογής; πόσο “ελέγχουμε” με το νου και τη συνείδηση την ίδια μας την υπόσταση και τι γίνεται με τον σιωπηλό συνεταίρο μας, τη Σκιά στην οποία υπάρχει ό,τι δεν αντέχουμε ή δεν θέλουμε από εμάς να βλέπουμε; κοκ.

7. Τα “Παραθέματα” που έχετε στο τέλος κάθε ενότητας, πού αποσκοπούν;

Κανένα από τα 200 αυτά Παραθέματα δεν σχετίζεται με ό,τι πραγματεύτηκε η ενότητα την οποία κλείνει. Απλώς, όλα τα Παραθέματα είναι του ίδιου ευρύτερου υπαρξιακού “κλίματος” όλου του βιβλίου. Ο νους μας αδυνατεί να συλλάβει θεωρητικά τα λαβυρινθώδη τοπία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όμως η τέχνη, που δεν έχει την ευθύνη να αναλύει τα πράγματα, χρησιμοποιεί αλλιώς τις λέξεις. Δεν νοιάζεται για την εννοιολογική τους ακρίβεια, αλλά για το τι θα υφάνει μ’ αυτές. Και με τους δικούς της κανόνες και τις δικές της εκφραστικές γλώσσες, χωρίς ερμηνείες, συμπεράσματα και αναλύσεις, “πιάνει κέντρο” κατευθείαν. Έτσι, σκέφτηκα να περιλάβω στο βιβλίο αυτό ένα άλλο, “από κάτω” κείμενο, ένα κείμενο “υπο-κείμενο”, που αποτελείται από παραθέματα αποσπα­σμάτων ποιητικού και πεζού λόγου, στίχων τραγουδιών και μελοποιημένων ποιημάτων.

Το “άλλο”, το δεύτερο αυτό και άδηλο βιβλίο, ξετυλίγεται παράλληλα με το “πάνω”, το φανερό κείμενο. Όμως είναι άναρχο, αποσπασματικό, φορές - φορές άγριο, προκλητικό και ακραίο, διόλου επιστημονικό, είναι ασυνεχές, χωρίς καμία τάξη και σειρά, σαν σκόρπιες πινελιές, στο τέλος κάθε ενότητας. Σκοπός των Παραθεμάτων είναι απλώς να κάνουν την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, κατά μία έννοια, κάπως πιο βιωματική, εμπλουτίζοντας τον διάλογο νου και συγκίνησης - και ίσως να αποτελέσουν μια υπόγεια φλέβα χρυσού.

Είναι σαν τα αρχαία θαμμένα μνημεία μιας σύγχρονης πόλης, που ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί, εμποδίζοντας το ομαλό σκάψιμο για το μετρό και την ανοικοδόμηση. Είναι σαν μια ανθολογία στιγμών, που συλλέγονται σε ένα δωρεάν ένθετο έντυπο του περιοδικού που αγοράζουμε. Μια προσωπική “λίστα” (“playlist”), πολύτιμων για μένα μικρών θησαυρών, για τους οποίους δυστυχώς δεν προβλέπεται χώρος στο You Tube. Και, στο κάτω-κάτω, η ιδέα αυτή, δεν είναι παρά μία πρόταση: ο αναγνώστης μπορεί πάντα να προσπερνά τα Παραθέματα, να τα διαβάσει μαζεμένα ή να μην τα διαβάσει καθόλου - ή να διαβάσει μόνον αυτά... Το ίδιο ισχύει και για τα Παρατήματα μετά το τέλος του βιβλίου, περί του τι είναι η τόσο παρεξηγημένη λέξη “ψυχοθεραπεία”, το “New Age” κλπ.

8. Αυτό το βιβλίο σχετίζεται με κάποιον τρόπο με το άλλο σας βιβλίο, το οποίο σημειώνετε ότι σκοπεύετε να εμφανίσετε γύρω στο τέλος του 2017, με τίτλο “...στους αιρετικούς της αγάπης: τα μάτια που με κοίταξαν”;

Άμεσα όχι. Βέβαια, θα είναι και εκείνο ένα οδοιπορικό, υπαρξιακού χαρακτήρα. Αλλά θα εστιάζεται στον έρωτα και το θάνατο, στην αγάπη και τον πόθο, στη σεξουαλικότητά μας, στη σχέση με τον Άλλον και την εξάρτηση “από” τον Άλλον, κλπ. Ωστόσο, εμμέσως, τα δύο βιβλία σχετίζονται. Όσα σημειώνονται στο τωρινό, είναι η βάση την οποία έχω κατά νου για να ξεδιπλωθούν τα θέματα του άλλου, περί σχέσεων.

Φυσικά, δεν θα τα ξαναλέω εκεί και ούτε πρέπει κάποιος να τα “ξέρει” για να διαβάσει εκείνο το βιβλίο... Απλώς, όλη η αντίληψη στον “Χορό των θαυμάτων” είναι και ο δικός μου άξονας για να στήσω τους “αιρετικούς της αγάπης”. Εκεί, η γλώσσα θα είναι πιο ελεύθερη, πολύ μουσική και ποιητική, τα Παραθέματα ειδικότερου περιεχομένου. Επίσης, θα περιλαμβάνονται απλωμένες οι τακτικές ομιλίες που κάνω γι’ αυτά τα θέματα εδώ και πολλά χρόνια που ενδιαφέρομαι τόσο πολύ για τις σχέσεις και δουλεύω ποικιλοτρόπως μ’ αυτό το θέμα.

Ευτυχώς, τα θαύματα αυτού του κόσμου είναι ατελείωτα, κι υπάρχουν πάρα πολλά για τα οποία θέλω να γράψω - είναι κατά κάποιον τρόπο μία συνέχεια της παλαιότερης περιόδου της ζωής μου, στην οποία υπήρξα συνθέτης και πάντα με απασχολούσε κάποιο “έργο” που έφτιαχνα - τότε με νότες, τώρα με λέξεις. Κι όπως λέω και στον Επίλογο, “εξακολουθώ να νιώθω την ανάγκη να υποκλίνομαι με σεβασμό στο Μέγα Άγνωστο· κι επιπλέον, να παρακαλώ ακόμη πιο θερμά, με κάθε μου κύτταρο και κάθε μέρα, να έχω δύναμη να καλωσορίζω, με τη σοφία της ευγνωμοσύνης και την αστραπή της παιδικής λαχτάρας, το θαύμα της καινούριας μέρας που ξημερώνει. Αμήν, από τα άδυτα του ναού της σημερινής μέρας...”.

Αγοράστε το βιβλίο "Ο χορός των θαυμάτων: Τα μεγάλα ταξίδια στα μικρά βήματα" από το Βιβλιοπωλείο του E-Psychology.gr

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Είστε ειδικός Ψυχικής Υγείας;

Εμπιστευθείτε στο E-Psychology, τη διαδικτυακή σας παρουσία και προβολή! Δείτε αναλυτικά

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.