Σχετικά άρθρα x

 

Απόσμασμα 2ο: Aνέκαθεν το όνειρο προσήλκυσε το ενδιαφέρον των λαμπρότερων πνευμάτων. Λόγω του αινιγματικού του χαρακτήρα δεν έπαψε να απασχολεί τους ανθρώπους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Γενικά ο αρχαίος κόσμος είχε προσδώσει σ’αυτά υπερφυσικές και προφητικές σημασίες και νοήματα θεωρώντας ότι εκεί μπορούν να υπάρχουν κρυφά μηνύματα των θεών ή σημάδια για γεγονότα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. 

Από  αρχαιοτάτων χρόνων τα γραπτά αναφέρονται στον ιδιάζοντα και παράδοξο χαρακτήρα του ονείρου, στην αντίφαση ανάμεσα στην παγκοσμιότητα τους από τη μια και την ταυτόχρονη μοναδικότητα τους από την άλλη. 

Ο γέρο  Αριστοτέλης, όπως τον αποκαλούσε ο Freud 1, έλεγε πως το όνειρο είναι η δραστηριότητα της ψυχής του ονειρευόμενου. Είναι αλήθεια ότι ο πρώτος προσπάθησε να το εξηγήσει  επιστημονικά υποστηρίζοντας πως  το ενύπνιον, είναι πλάσμα της φαντασίας μας, μια κίνηση της ψυχής.  Μια άλλη ιστορική απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης του ονείρου καταγράφεται το 2ο μΧ. αιώνα και είναι τα «Ονειροκριτικά» του Αρτεμίδωρου.

Γενικά οι αντιλήψεις ότι ένα όνειρο έχει προβλεπτική αξία όχι μόνο για τον ονειρευόμενο αλλά και για τα εικονιζόμενα σε αυτό πρόσωπα, ή ότι το ίδιο μπορεί ν’αποτελεί προνομιακό τρόπο επικοινωνίας με το θείο, διατηρήθηκαν ατόφιες από τη λαϊκή παράδοση μέχρι σήμερα. 

Από το Μεσαίωνα και ύστερα η στάση των φιλοσόφων  είναι αντιφατική.  Αντιθέτως στην Βυζαντινή περίοδο, στους  Πατέρες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και στους βυζαντινούς συγγραφείς βρίσκουμε στοιχεία αναφορικά με το ψυχικό όργανο του ανθρώπου, και μάλιστα για την διαδικασία του ονείρου, στα οποία μας εντυπωσιάζει η ομοιότητα τους με τη φροϋδική θεωρία. Τω όντι, στους βυζαντινούς συγγραφείς   το όνειρο θεωρείται ότι διέπεται από το παθητικό (ασυνείδητο).  Εδώ  καταγράφονται και μεταφέρονται όλες οι  ενορμήσεις οι οποίες λογοκρίνονται, οι επιθυμίες που δρουν με την αρχή της ηδονής («Φιλοκαλία» Πατέρων).  Την ύπαρξη των λιβιδινικών ονείρων τονίζει ο Τιμόθεος Αλεξανδρείας (4ος αιώνας ) 2. 

Αργότερα και μετά το τέλος του δυτικού Μεσαίωνα την εποχή της Αναγέννησης, ο  Καρτέσιος (Rene Descartes 1596-1650) υποτίμησε την ονειρική δραστηριότητα θεωρώντας την ως ψευδή, κίβδηλη, άτοπη και μωρή, όπως ο λόγος των παραφρόνων. Αντίθετα ο Σπινόζα (B. Von Spinoza (1632-1677)  απέδωσε στο όνειρο μια ιδιαίτερη θέση.  Στα μεταγενέστερα χρόνια το όνειρο βρίσκεται στο επίκεντρο των θεωριών της πλειοψηφίας του γερμανικού ρομαντισμού με πρωτεργάτες τους Σέλλινγκ / W. Von  Schelling (1775-1854),  Νίτσε/  F. Nietzsche (1844-1900),  Σόπεναουερ /A. Schopenhauer (1788-1860).  

Οι Γάλλοι  είναι σκεπτικιστές. Οι Μονταίν/  Montaigne (1533-1592) και  Πασκάλ / Pascal (1623-1662)   προβληματίζονταν με το αν θα μπορούσε να έβρισκε κανείς ένα κριτήριο ικανό να διακρίνει το όνειρο από την πραγματικότητα, την αυταπάτη από την αλήθεια. Κατά τον Πασκάλ η ζωή είναι ένα όνειρο λιγότερο ασταθές. Ο Μονταίν αναρωτιόταν αν θα οφείλαμε να πιστέψουμε ότι οι σκέψεις και οι πράξεις μας δεν είναι παρά ένα όνειρο,  ενώ η εγρήγορση  ένα είδος ύπνου 3.

Η σύγχρονη δυτική σκέψη με εκπροσώπους, όπως Μπεργκσόν / Bergson (1859-1941) και Χούσσερλ / Husserl (1859-1938), κατανοούν την πραγματικότητα ως ένα σύνολο ονείρων καλά δεμένων μεταξύ τους, όπως και οι προγενέστεροι αυτών Λάιμπνιτς / Leibniz(1646-1716) και  Καντ / Kant (1724-1804) , πλην του Χέγκελ / G. W.  Hegel (1770-1831) ο οποίος το απέρριψε. Ενδιαφέρθηκαν, επίσης,  για το όνειρο ψυχίατροι της δυναμικής ψυχιατρικής , μακρινοί πρόγονοι του Freud, όπως ο von Schubert (1780-1860).

Η παρακμή του ρομαντισμού σηματοδότησε την ανάπτυξη της θετικής σκέψης   η οποία, όπως έδειξε ο M. Foucault (1926-1984) κατέταξε την αλογία στην τάξη  της αρρώστιας. Κατά τους οπαδούς της θετικής σκέψης το όνειρο περιορίστηκε ως ένα καθαρό προϊόν της εγκεφαλικής δραστηριότητας και ως εκ τούτου θεωρήθηκε άνευ νοήματος. Οι φυσιολόγοι των αρχών του 19ου αιώνα ενδιαφέρθηκαν για τις βιολογικές λειτουργίες της ονειρικής διαδικασίας κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτοί αντιτάχτηκαν στην κλασική παράδοση η οποία αναγνωρίζει την αναπαραστατική σημασία της ονειρικής εικονοποίησης. 

Oι A. Maury, K. Scherner  και ο μαρκήσιος Henry de St. Denis  αντίθετα από τους οπαδούς της θετικής σκέψης εξέτασαν το όνειρο ως εκδήλωση της ψυχικής δραστηριότητας. Σε αυτούς προστέθηκε ο Freud o οποίος  θεμελίωσε τις τεχνικές ως προς την διερεύνηση της (εσωτερικής) ψυχικής ζωής του ανθρώπου σε έναν αιώνα (19ος) που ήταν αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο στην εξερεύνηση του φυσικού περιβάλλοντος. Υποστήριξε ότι  κατά τους καιρούς που μπορούμε να ονομάσουμε προεπιστημονικούς οι άνθρωποι δεν ενοχλούνταν να ερμηνεύσουν το όνειρο. Όταν το θυμόνταν καθώς ξυπνούσαν, το ελάμβαναν σαν μια πληροφορία είτε καλοδεχούμενη είτε εχθρική από τις ανώτερες δυνάμεις, τους θεούς και τους δαίμονες. Με την εκκόλαψη του κόσμου της επιστημονικής σκέψης, όλη αυτή η μυθολογία η πλούσια σε πολλαπλά νοήματα μεταφέρθηκε στην  ψυχολογία, και στις μέρες μας δεν μένει παρά μια μικρή μειοψηφία ανάμεσα στους καλλιεργημένους ανθρώπους, η οποία εννοεί να αμφιβάλλει για το γεγονός πως το όνειρο είναι πράγματι μια ψυχική λειτουργία η οποία προσιδιάζει στον ονειρευόμενο.

Από την εγκατάσταση του ιατρικού θετικισμού και εντεύθεν ο λόγος της επιστήμης δεν έχει «λόγια» για το όνειρο, δεν το «χωράει» : το όνειρο δεν μπορεί  να πει κάτι το οποίο να μπορεί η επιστήμη να ακούσει. Υπάρχει κυριαρχία του μοντέλου αυτού στο σύγχρονο λόγο και τη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση όπου  η αποκρυπτογράφηση και η ανάγνωση των συμβόλων λαμβάνονται ως φαντασιοπληξίες των πρωτογόνων οπότε το όνειρο καταλήγει να χάνει κάθε πραγματικότητα και να  αποτελεί τίποτα παραπάνω παρά μια αυταπάτη.  Ο Λόγος της Γνώσης (συλλογικόν των σοφών στο οποίο προεξάρχουν τα πρώτα πρόσωπα ενικού και πληθυντικού Εγώ, Εμείς) αποκηρύττει το ακατάληπτο και ασύλληπτο του ονείρου, δεν δίνει προσοχή στο έκδηλο περιεχόμενο  κι ούτε επερωτά το λανθάνον νόημά του.  

Κάθε φορά που στην ιστορία αναγνωρίσθηκε η αξία της ονειρικής δραστηριότητας προέκυψε και το ζήτημα της ερμηνείας των ονείρων. Στο δεύτερο κεφάλαιο του κορυφαίου έργου του Freud « η ερμηνευτική των ονείρων» («die Traumdeutung») ο συγγραφέας μιλά για εγχειρίδια εβραϊκά, αραβικά, ιαπωνικά, κινέζικα και  ινδικά τα οποία είχαν καταγράψει την παράδοση της ερμηνευτικής των ονείρων. Στις παραδοσιακές κοινωνίες το όνειρο αντηχεί τους μύθους, τους θρύλους, τα παραμύθια και η ερμηνεία του είναι αντικείμενο του μάγου ή του αρχηγού.  Και ιδού το βήμα μπροστά που ο Freud προτείνει στο δεύτερο κεφάλαιο της Ερμηνευτικής του : είναι  ο ίδιος ονειρευμένος ο οποίος αποτελεί την πηγή της ερμηνείας του ονείρου διαμέσου των συνειρμών που κάνει κατά την αφήγησή του. Αυτή η προσωπική συμβολική (συμβολισμός) των ονείρων ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά στην πορεία μιας ανάλυσης.  Αυτός που ονειρεύεται αποδεικνύεται ότι είναι ο ασυνείδητος φορέας της ερμηνείας του ονείρου του και έτσι αυτή δεν αποτελεί πλέον το αντικείμενο της μεγάλης χαράς του ερμηνευτή, όπως κατά την αρχαιότητα ή όπως συμβαίνει με τις περίεργες εξηγήσεις ονείρων του W. Stekel4. 

Εν κατακλείδει, ο Freud έδειξε πρώτος τον υποκειμενικό χαρακτήρα των ονείρων: το όνειρο ανήκει στον ονειρευόμενο. Κατά τον Ernest Jones (μαθητής και βιογράφος του) η «Eρμηνευτική των Oνείρων» είναι το σημαντικότερο έργο του ιδρυτή της ψυχανάλυσης.

Οι σουρεαλιστές  με επικεφαλής τον A. Breton (1896-1966) αναγνώρισαν το όνειρο με τη φροϋδική έννοια του όρου, ως το μέσον για την ικανοποίηση μιας ασυνείδητης επιθυμίας. Η αναγνώριση αυτή δεν υπήρξε αμοιβαία από τον Freud ο οποίος ήταν πάντα επιφυλακτικός απέναντι στους υπερρεαλιστές. Πράγματι, μολονότι ο Freud  απογοητεύτηκε με την- θεωρούμενη από αυτόν τον ίδιο- αποτυχία της «Ερμηνευτικής» του, δεν έσπευσε ούτε να αναγνωρίσει ούτε και να κατανοήσει εκείνους τους σουρεαλιστές συγγραφείς και ποιητές   για τους οποίους το όνειρο και η ερμηνεία του αποτελούσαν τη μεγάλη περιπέτεια του αιώνα. Έτσι το όνειρο αποτέλεσε τη λυδία λίθο του αδύνατου διαλόγου ανάμεσα στον Freud και τους υπερρεαλιστές. 

Υπάρχει αναλογία ανάμεσα στον μύθο και τη μορφή του ονείρου. Αμφότερα  είναι μια ιστορία άλλοτε εμβρυώδης, άλλοτε πολυσύνθετη και μακρά στην οποία ο ονειρευόμενος δεν έχει πρόσβαση επί του πραγματικού, ως άτομο ομιλόν και συνομιλόν.  Η πλοκή του ονείρου τοποθετείται και λαμβάνει χώρα σε μια άλλη σκηνή στην οποία ο ονειρευόμενος δεν έχει πρόσβαση σε συνειδητό επίπεδο. Ο Abraham συνέκρινε τους συλλογικούς μύθους με το όνειρο και βρήκε ομοιότητες. Αμφότερα χρησιμοποιούν μια συμβολική εικονοποίηση, είναι προϊόντα της ανθρώπινης φαντασίας, αποσκοπούν στην πραγμάτωση της επιθυμίας και  υπόκεινται στη λογοκρισία και στους αμυντικούς μηχανισμούς  του Εγώ. Η φιγούρα του μύθου είναι μια γλωσσική μορφή στην οποία προεξάρχει το αυτοί (εκείνοι), εδώ υπάρχει αποκλεισμός του πρώτου και δεύτερου προσώπου (εμείς, εσείς). Έτσι ο μύθος λαμβάνει τη μορφή ενός διηγήματος και προκύπτει διαχρονικά από ένα δράμα που εκπληρώνεται από τρίτα πρόσωπα. Ο μύθος, όπως ο θρύλος και το παραμύθι, σε αντιδιαστολή με το όνειρο, αποκλείουν τη συμμετοχή του αφηγητή ή του ακροατή στην εκτυλισσόμενη δράση: ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητής. Ο Ferenczi υποστηρίζει ότι οι μύθοι είναι απότοκα της παιδικής ψυχικής ζωής των λαών, ενώ τα όνειρα αναπαριστούν τους προσωπικούς (ατομικούς ) μύθους. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνική-Μεταφρασµένη
D.Evans: «Εισαγωγικό Λεξικό της Λακανικής ψυχανάλυσης» (Εκδόσεις ‘’Ελληνικά Γράµµατα, Αθήνα 2005 ) 

Καραγάτσης Μιχάλης: «Η µεργάλη χίµαιρα», εκδ. Εστία, Αθήνα 2005 

Μ.Μαδιανός: «Κλινική ψυχιατρική», εκδ. Καστανιώτης, 2003. 

Νίκος Μάνος: «Βασικά στοιχεία κλινικής Ψυχιατρικής» , University Studio Press, 

Θεσσαλονίκη 1997. 

Ν.Παπαδόπυλος : «Λεξικό της ψυχολογίας»,Σύγχρονη Εκδοτική , Αθήνα 2005. 

Γ.Σ. Φιλιππόπουλος : «∆υναµική Ψυχιατρική», Α.Καραβία , Αθήνα 1971. 

S.Freud: «Η ερµηνευτική των ονείρων», εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1992 

S.Freud: «Όνειρα, Μέντιουµ και αποκρυφισµός», εκδ. Κοροντζή, Αθήνα 2004 

S.Freud: «Ψυχολογία των µαζών και ανάλυση του Εγώ», εκδ. Επίκουρος, Αθήνα

1994 

S.Freud:  «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», Εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα 1994

S.Freud: «Τοτέμ και ταμπού», Εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα 1974

S.Freud: «Όνειρα, Μέντιουμ και Αποκρυφισμός», Εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα 2004

Λ.Χαρτοκόλης : «Εισαγωγή στην Ψυχιατρική», Θεµέλιο, Αθήνα 1991 . 23

Α.Χουντουμάδη-Λ.Πατεράκη, «Σύντοµο Λεξικό Ψυχολογικών Όρων»

∆ωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1989. 

Windgassen – Tolle: «Ψυχιατρική», Εκδόσεις Παρισιάνος 2003 . 

Γιώργος Βαμβαλής: «Ξαναδιαβάζοντας τον Φρόυντ», Εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα 2000

Ξενόγλωσση

R.Chemana , B.Vandermersch : «Dictionnaire de la Psychanalyse» ,Larousse, 

Paris 1995 . 

H-Ey, P.Bernard , Ch.Brisset : «Mannuel de Psychiatrie», Masson, Paris 1989 . 

O.Fenichel : «The Psychoanalytic theory of Neurosis», Rutledge and Kegan Paul, 

London 1982 . 

R.Greenson: «The Technique and Practice of Psycho –Analysis», the Hogarth Press, 

London 1994 . 

P.Kaufmann: «L’apport freudien» ,Larousse, Paris 1998. 

O.Kernberg : «Borderline conditions and Pathological Narcissism», Jason Aronson, 

Inc 1976 . 

J.Laplanche, J.-B.Pontalis : «Vocabulaire de la Psychanalyse», P.U.F. , Paris 

1967 

Pieron Henri: «Vocabulaire de la Psychologie», P.U.F., Paris 1981

A.Port : «Manuel Alphabetique de Psychiatrie» , Puf, 1986 . 

A.Michel: «Dictionnaire de la Psychanalyse» , Encyclopedia Universalis, Paris 2001 

A.de Mijola : «Dictionnaire de la Psychanalyse» , Calmann –Levy , 2002. 

Wilhelm Reich , «Character Analysis» Ed.Noonday, New York 1991 . 

E.Roudinesco , M.Plon : «Dictionnaire de la Psychanalyse» , Fayard , 1997 

Chrycroft : «A critical Dictionary of Psychoanalysis», Penguin,1972 . 

Barbara Mautner: «Freud’s Irma dream: A psychoanalytic interpretation», New York,   Int. J. Psycho-Anal. (1991)72. 275

Cecily de Monochaux: «Dreaming and the organizing function of the ego», London, Int. J. Psycho-Anal. (1978)59. 443

Stanley J. Coen: «The passions and perils of interpretation (of dreams and texts)»: An appreciation of Erik Erikson’s dream specimen paper, New York, Int. J. Psycho-Anal. (1996)77. 537

Ilse Grubrich- Simits: «How Freud wrote and revised his interpretation of dreams», London, The British Psycho-Analytical Society, English-speaking Weekend Conference, 13th- 15th October 2000

M. Masud R. Khan: «Dream psychology and the evolution of the psycho-analytic situation, The International Journal of Psycho-analysis», London 1962

Emil A. Gutheil: «The handbook of dream analysis», New York, Liveright, 1979

 

Συγγραφή Άρθρου

Σάββας Μπακιρτζόγλου

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter
Σχετικά άρθρα
Διάφορα θέματα Ψυχολογίας
Όνειρα: Αγγελιοφόροι του Ασυνείδητου ή ασήμαντες εικόνες;
  • Πέμπτη, 03 Νοέμβριος 2016
  • Από: Ελένη Σιαφλιάκη

Όλοι ονειρευόμαστε, κάποιοι ενίοτε και κάποιοι πολύ πιο συχνά. Ο καθένας από μας έχει μια δική του θεωρία για την ερμηνεία των ονείρων. Κάποιοι θεωρούν ότι τα όνειρα δείχνουν το...

Ψυχοθεραπεία, Συμβουλευτική
Θέλω να κάνω ψυχοθεραπεία. Αλλά ποια ψυχοθεραπεία μου ταιριάζει και πως θα επιλέξω έναν καλό ψυχοθεραπευτή
  • Πέμπτη, 22 Σεπτέμβριος 2016
  • Από: Μπάιμπας Αθανάσιος

Από την εποχή που ο Sigmund Freud ξεκίνησε να διαμορφώνει την θεωρία της ψυχανάλυσης έχει περάσει περισσότερο από ένας αιώνας. Στην αρχή υπήρχε μόνο ένας δάσκαλος και πολλοί μαθητές. Στην συνέχεια...


Βρείτε Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπευτή

Επιλέξτε θεραπευτή ανάλογα με την εξειδίκευση σε συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση.

Μεταβείτε στον κατάλογο Ειδικών Ψ.Υγείας »

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Η Μανία: Από τους Ιπποκράτη και Αριστοτέλη έως την φροϋδική μεταψυχολογία
διαταραχή μανίας

Η μανία είναι μια κατάσταση ψυχοκινητικής διέγερσης, αποτέλεσμα μιας ενδοψυχικής σύγκρουσης. Απαντάται ως επί το πλείστον στα πλαίσια της μανιοκατάθλιψης (κυκλική αλληλοδιαδοχή μανίας-μελαγχολίας). Επισυμβαίνει αυτόματα, είτε μετά από ανατροπή της μελαγχολικής διάθεσης, είτε υπό την επήρεια αντικαταθλιπτικής αγωγής.

Πέντε συνοπτικές πραγματείες σχετικά με τις διαταραχές πρόσληψης τροφής

1. Ανορεξία: η αποστροφή του κοριτσιού για την σεξουαλικότητα.
Ο Freud (1917) υπογραμμίζει ότι το πρώτο αναγνωρίσιμο στάδιο της σεξουαλικής οργάνωσης (ψυχοσεξουαλική εξέλιξη) είναι το «στοματικό» ή «κανιβαλιστικό». Εδώ είναι που προεξάρχει το διατροφικό ένστικτο, άλλως ειπείν ο σεξουαλικός σκοπός είναι η βρώσις.

Περί του γυναικείου ναρκισσισμού: εκείνες που δεν ξέρουν ν' αγγίζουν μια καρδιά χωρίς να την τσαλακώσουν

Ο Freud το 1914 μελετώντας την έννοια του ναρκισσισμού, διαφοροποιούσε την ερωτική ζωή στον άντρα και τη γυναίκας. Υποστήριζε ότι τα πρώτα σεξουαλικά αντικείμενα του παιδιού τα αποτελούν αυτά ακριβώς τα οποία ενέχονται στη διατροφή, την φροντίδα και την προστασία του, άλλως ειπείν αυτά επί των οποίων το βρέφος ερείδεται στα πρώτα βήματά του.

Η σχέση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης με την έννοια του χρόνου και τη θρησκεία

ψυχαναγκαστικά συμπτώματα και οι ιδεοληψίες έχουν να κάνουν με τον λόγο, δηλαδή με έσωθεν διαταγές , απαγορεύσεις , εκβιασμούς, βλασφημίες, εξιλεωτικές φόρμουλες, αιτήματα, αφηρημένους και πολύπλοκους συλλογισμούς. Πρόκειται για έσωθεν επιταγές / προσταγές, στις οποίες επειδή ο ασθενής δεν είναι εύκολο να υπακούει δίνει και άλλες «διαταγές» που είναι ολοένα δυσκολότερο να εκτελούνται.

Απόσπασμα 3ο : Το όνειρο και η ψυχανάλυση

Έχει εν πολλοίς υποστηριχτεί ο παλινδρομικός χαρακτήρας της ψυχαναλυτικής διεργασίας και η σχέση της με την κατάσταση της ύπνωσης και του ύπνου (Lewin, Fisher, Gill and Bremman, Macalpine, Fliess κ.ά.). Ο Lewin (1955) υποστήριξε την ιδέα ότι ο ασθενής του ψυχαναλυτικού ντιβανιού είναι κατά κάποιον τρόπο στην κατάσταση του ύπνου. Ο Lewin σχέτισε την επιθυμία του υποκειμένου να κοιμάται (ο ύπνος ως βιολογική ανάγκη κατά τον Freud, 1900, 1917)-κατάσταση που οδηγεί σε παλινδρόμηση των αμυνών του Εγώ-με την επιθυμία του για θεραπεία και για συνειδητοποίηση.

Εγγραφή στο Newsletter

Κάντε εγγραφή στο 15νθημερο Newsletter για ενημέρωση σεμιναρίων, νέων άρθρων, βιβλίων, θέσεων εργασίας κ.α.