Αναβλητικότητα

Η αναβλητικότητα είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται καθημερινά σε διάφορους τομείς της ζωής και είναι ιδιαίτερα εμφανής σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, με το 80 - 95% των φοιτητών να αναφέρουν ότι έχουν εκδηλώσει αυτή την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Γενικά, εκτιμάται ότι το 90% των φοιτητών εκδηλώνει αναβλητική συμπεριφορά τουλάχιστον για μία ώρα κάθε ημέρα (Klassen κ.ά., 2008).

Τι είναι η αναβλητικότητα

Η αναβλητικότητα αναφέρεται στην εθελοντική, περιττή καθυστέρηση εκτέλεσης μίας προγραμματισμένης πράξης, παρά τις αναμενόμενες αρνητικές συνέπειες που θα προκαλέσει η καθυστέρηση αυτή και έχει διαπιστωθεί ότι συνδέεται στενά με συναισθήματα όπως η ενοχή και η ντροπή.

Αυτά τα ισχυρά αρνητικά συναισθήματα αντανακλούν μία επικριτική διάθεση για τον εαυτό σε σχέση με τις ηθικές ευθύνες του ατόμου και αφορούν ειδικά την αναβλητική συμπεριφορά σε αντίθεση με άλλες μορφές καθυστέρησης.

Σε αντίθεση με την αιτιολογημένη καθυστέρηση που στοχεύει στην διευκόλυνση της επίτευξης του επιδιωκόμενου στόχου ή στις εξωτερικές καθυστερήσεις πέρα από τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το άτομο, η αναβλητικότητα αντιπροσωπεύει ένα περιττό κενό μεταξύ πρόθεσης και δράσης που είναι ενδεικτικό της αποτυχημένης λειτουργίας του συστήματος της αυτορρύθμισης (Sirois και Pychyl, 2013).

Πειραματική Φιλοσοφία και αναβλητικότητα

Από τη σκοπιά της πειραματικής φιλοσοφίας, τα ευρήματα δείχνουν ότι το άτομο είναι πιο πιθανό να αντιληφθεί τους ανθρώπους γύρω του ως υπεύθυνους για ηθικά μη αποδεκτές συμπεριφορές, που θεωρούνται σκόπιμες, όταν έχουν αρνητικές συνέπειες οι οποίες οδηγούν στη δημιουργία αισθημάτων ενοχής και τιμωρίας (Knobe, 2003). Ομοίως, η κοινωνικοψυχολογική έρευνα που βασίζεται στη θεωρία της απόδοσης υποστηρίζει ότι η αντίληψη των ανθρώπων γύρω μας ως υπεύθυνων για τις αρνητικές τους εμπειρίες, που θεωρούνται ως προσωπικά ελεγχόμενες, οδηγεί το άτομο να αισθανθεί μεγαλύτερο θυμό και έχει λιγότερο βοηθητικό χαρακτήρα (Weiner, 2006).

Η αναβλητικότητα και η ψυχολογική έρευνα

Στην ψυχολογική έρευνα, η αναβλητικότητα ορίζεται ως η εθελοντική καθυστέρηση μίας προγραμματισμένης πορείας δράσης, παρά το γεγονός ότι το άτομο έχει επίγνωση των αρνητικών συνεπειών που θα επιφέρει η καθυστέρηση αυτή (Steel, 2007). 

Η αναβλητικότητα συνδέεται επίσης με την κάλυψη των άμεσων αναγκών του ατόμου, παρά τις πιθανές αρνητικές συνέπειες, ενδεχομένως για λόγους κινήτρων ή για λόγους συναισθηματικής φύσεως.

Η έρευνα για την αναβλητική συμπεριφορά υποστηρίζει περαιτέρω ότι το άτομο είναι πιο πιθανό να αναβάλει καθήκοντα που του είναι δυσάρεστα ή όταν τα «κέρδη» από την επιτέλεση των καθηκόντων αυτών έχουν απώτερο χαρακτήρα.

Ως εκτούτου, η αναβλητικότητα θεωρείται ευρέως ότι εκδηλώνεται όταν το άτομο επικεντρώνεται στη σημερινή αντίληψη του εαυτού του, που αντιτίθεται στον μελλοντικό εαυτό του, και με τον τρόπο αυτό, υπονομεύει την μακροπρόθεσμη συναισθηματική ευημερία και επιτυχία του, μεταθέτοντας το συμπεριφορικό και ψυχολογικό βάρος στον μελλοντικό εαυτό. Επιπλέον, η αναβλητικότητα εκτιμάται συνήθως σε σχέση με συναισθηματικούς παράγοντες, καθώς το άτομο είναι πιο πιθανό να εκδηλώσει ανάλογη συμπεριφορά, όταν, για παράδειγμα, πλησιάζει η λήξη κάποιας προθεσμίας, με σκοπό να ελαχιστοποιήσει το μέγεθος της εμφάνισης αρνητικών συναισθημάτων, όπως η ντροπή και η ενοχή.

Ο παροντικός εαυτός έναντι του μελλοντικού

Αυτή η πρωτοκαθεδρία του παροντικού εαυτού έναντι του μελλοντικού, η τάση να ενδίδουμε στο να νιώθουμε καλά, χαρακτηρίζεται ευρύτερα από την ψυχολογική έρευνα ως αποτυχία του συστήματος της αυτορρύθμισης (Baumeister κ.ά., 1994, Tice και Bratslavsky, 2000). Η αποτυχία του συστήματος αυτού συμβαίνει, παρά τον καθορισμό των στόχων και παρά την αυτοπαρακολούθηση, λόγω της υπέρμετρης επικέντρωσης στη διαφυγή από τις αρνητικές συναισθηματικές διαθέσεις (Baumeister και Heatherton, 1996). Κατά συνέπεια, το άτομο συχνά επιλέγει να «φτιάχνει» τη διάθεσή του μέσω της εκδήλωσης συμπεριφορών αποφυγής, όπως η αναβλητικότητα, σε αντίθεση με τις συμπεριφορές προσέγγισης που είναι προσανατολισμένες σε κάποιο συγκεκριμένο στόχο.

Στη φιλοσοφική βιβλιογραφία, εδώ και πολύ καιρό, η αναβλητικότητα έχει περιγραφεί ως αδυναμία θέλησης, ή αλλιώς «ακρασία», όπου ο άνθρωπος ενεργεί αντίθετα από κάποια καλύτερη κρίση την οποία ο ίδιος έχει διατυπώσει (Searle, 2001, Kalis κ.ά., 2008, Pychyl, 2011). Αντίστοιχα, η αποτυχία του συστήματος της αυτορρύθμισης, μπορεί να εξηγηθεί ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που κάποιος αισθάνεται ότι πρέπει να κάνει (καθήκον), και σε αυτό που κάνει πραγματικά (ενέργεια). Επιπλέον, αυτή η αναβολή της προσπάθειας θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει την έλλειψη ηθικού χαρακτήρα, δηλαδή την άμεση παραβίαση των ευθυνών του ατόμου τόσο σε σχέση με τον εαυτό του όσο και σε σχέση με τους άλλους, υπογραμμίζοντας έτσι την μη ηθικά αποδεκτή φύση της αναβλητικότητας.

Η αναβλητική συμπεριφορά σε μαθητές και φοιτητές

Στα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, οι μαθητές και οι φοιτητές που εκδηλώνουν αναβλητική συμπεριφορά τείνουν να παρουσιάζουν περισσότερα αρνητικά συναισθήματα, όπως ενοχή και ντροπή, ανεπαρκέστερες συνήθειες μελέτης και χαμηλότερους βαθμούς σε σχέση με τους συμμαθητές και συμφοιτητές τους που δεν συμπεριφέρονται κατά αυτόν τον τρόπο.

Η ακαδημαϊκή αναβλητικότητα θεωρείται επίσης ότι προκύπτει από την ύπαρξη χαμηλών κινήτρων, από την τελειομανία και συμβαίνει, συνήθως, όταν οι φοιτητές δεν αντλούν ευχαρίστηση από τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα και θεωρούν ότι έχουν ελάχιστο προσωπικό κέρδος από την επιτέλεση αυτών. Ως εκτούτου, η ακαδημαϊκή αναβλητικότητα συνδέεται συνήθως με επιζήμιες συμπεριφορικές επιλογές καθώς και συναισθήματα που ενέχουν προσωπική ενοχή, δικαιολογώντας την περαιτέρω διερεύνηση των ηθικών αντιλήψεων αυτής της αρνητικής στρατηγικής προσαρμογής.


Το παρόν άρθρο στηρίχθηκε στην επιστημονική εργασία των Sonia Rahimi, Nathan C. Hall και Timothy A. Pychyl για τη φύση της αναβλητικότητας. journal.frontiersin.org

Συγγραφή Άρθρου

Έλλη Γκαλτέμη
Συνεργάτιδα του E-Psychology.gr
Συγγραφή άρθρων, μετάφραση και απόδοση ξενόγλωσσων επιστημονικών άρθρων.

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Σχετικά άρθρα

Βρείτε ειδικό Ψ.Υγείας

Ο μοναδικός εξειδικευμένος κατάλογος Ψυχολόγων, Συμβούλων Ψ.Υγείας.

Μεταβείτε στον κατάλογο Ειδικών Ψ.Υγείας »

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Αυτόματες σκέψεις. Ο κυκεώνας των αυτόματων σκέψεων και η αποκωδικοποίησή τους
Αυτόματες σκέψεις

Χαρακτηριστικά των αυτόματων σκέψεων
Σύμφωνα με τον Beck (Αμερικανό ψυχίατρο και εισηγητή της γνωσιακής θεραπείας), οι αυτόματες σκέψεις είναι μία δύσκολα αναγνωρίσιμη μορφή σκέψεων που συνυπάρχει με άλλες, πιο έκδηλες, ροές σκέψεων. Αυτή η μορφή δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό των ατόμων που βιώνουν κάποια ψυχολογική διαταραχή, πρόκειται για σκέψεις που όλοι κάνουμε.

Οι μορφές της αγάπης
μορφές αγάπης

Σύμφωνα με τον Καναδό κοινωνιολόγο J.A. Lee, η αγάπη έχει έξι διαφορετικές μορφές:

Έρωτας (Eros). Ρομαντική, παθιασμένη αγάπη με τη μορφή σωματικής σύνδεσης και ανάλογης ικανοποίησης. Χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση ενός αγαπημένου προσώπου, του οποίου η φυσική παρουσίαση του εαυτού ενσωματώνει μία εικόνα που έχει ήδη σχηματιστεί στο μυαλό εκείνου που το αναζητά.

Η τριγωνική θεωρία της αγάπης
τριγωνική θεωρία αγάπης

Τι σημαίνει αγαπώ κάποιον; Η έννοια της αγάπης μπορεί πάντοτε να ερμηνευθεί με συγκεκριμένα μοτίβα, και αν όχι, ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που καθορίζουν και διαφοροποιούν τις ποικίλες εκφάνσεις της; Γιατί ορισμένες σχέσεις δείχνουν να αντέχουν στον χρόνο ενώ άλλες ξεθωριάζουν τόσο γρήγορα όσο διαμορφώθηκαν; 

Ο Δεκάλογος της Γνωσιακής Συμπεριφορικής Θεραπείας
Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία

Παρά το γεγονός ότι η θεραπευτική μέθοδος οφείλει να είναι ειδικά προσαρμοσμένη στο εκάστοτε άτομο, υπάρχουν ορισμένες αρχές που αποτελούν τη βάση της γνωσιακής συμπεριφοριστικής θεραπευτικής προσέγγισης. 

Στίγμα: Αυτός ο «άλλος» - Μέρος 2ο
Κοινωνικό στίγμα

Ο ρόλος των στοιχείων της προσωπικότητας στη διαχείριση του στίγματος
Τα στιγματισμένα άτομα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το βαθμό που διακρίνουν ή αναγνωρίζουν τις διακρίσεις στο περιβάλλον τους. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι σε υπερβολική εγρήγορση σε ό,τι αφορά την απόρριψη, να παρουσιάζουν δηλαδή υπερβολική ευαισθησία σχετικά με υπαινιγμούς γύρω τους που θα μπορούσαν να αποτελούν δείκτες απόρριψης με βάση τη φυλετική καταγωγή τους (Mendoza-Denton κ.ά., 2002).

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.