βίαιη συμπεριφορά

Τόσο η επιστήμη της Ψυχολογίας, όσο και η Ψυχιατρική, διδάσκουν πως η συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα πολύπλοκων περιβαλλοντικών παραγόντων σε συνδυασμό με την αλληλεπίδραση τους με την εκάστοτε χαρακτηριστικά προσωπικότητας και βιολογική κατάσταση του ατόμου την κάθε δεδομένη στιγμή. Όταν η συζήτηση έρχεται στο θέμα της επικινδυνότητας, το ζήτημα εκλαμβάνεται διαφορετικά από τη νομική επιστήμη σε σχέση με τις επιστήμες της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Δεν είναι εφικτό να δοθεί μια ακριβής, επιστημονικά βασισμένη και ολοκληρωμένη απάντηση όσο αφορά το νομικό ερώτημα της επικινδυνότητας.   

Οι ειδικοί ψυχικής υγείας με τη σειρά τους, δεν μπορούν πάντα να δώσουν την διαβεβαίωση ότι ένα άτομο το οποίο έχει ολοκληρώσει μία παράνομη πράξη δεν είναι επικίνδυνο και δεν πρόκειται να επαναλάβει ή να μην επαναλάβει το ίδιο ή αντίστοιχο αδίκημα. Η ελαχιστοποίηση των θετικών εκτιμήσεων της επικινδυνότητας ενός ατόμου είναι πολύ σημαντική από τη πλευρά της ατομικής ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρόλα αυτά η μη ύπαρξη επικινδυνότητας δεν είναι δυνατό να διασφαλιστεί σε καμία περίπτωση. Αυτό ισχύει τόσο για τους πρώην εγκληματίες και άτομα με ψυχικές διαταραχές που έχουν εγκληματήσει στο παρελθόν, όσο και για τα υγιή μέλη της κοινότητας.

Ουσιαστικά, η πρόβλεψη της επικινδυνότητας αναφέρεται στη πιθανότητα το μελετώμενο άτομο να επαναλάβει αντίστοιχες εγκληματικές πράξεις με αυτές που διέπραξε στο παρελθόν. Κατά τη διαδικασία της ποινικής δίκης, η πρόβλεψη της επικινδυνότητας κρίνεται ζωτικής σημασίας καθώς αφορά στην ασφάλεια της κοινωνίας. Ο στόχος της δικαιοσύνης είναι η ελαχιστοποίηση των εσφαλμένων αρνητικών, δηλαδή να αποφεύγεται άτομα που κρίνονται ως μη επικίνδυνα, στη πραγματικότητα να είναι επικίνδυνα και τελικά να διαπράττουν ένα έγκλημα όντας ελεύθερα στη κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, θεωρείται άδικο εκ μέρους της νομικής δικαιοσύνης να στερεί την ελευθερίας ενός ατόμου αλλά και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά του  ενώ στη πραγματικότητα δεν είναι ένα βίαιο.

Η επιστημονική πρόβλεψη της βίαιης συμπεριφοράς είναι αυτό το οποίο τελικά αναζητείται. Η πραγματικότητα είναι όμως, πως δεν είναι εφικτό να αναφέρουμε με σιγουριά πως κάποιος δεν πρόκειται να φερθεί ποτέ στη ζωή του βίαια, σε καμιά περίπτωση, για κανένα λόγο και με καμιά αφορμή, ενώ ταυτόχρονα ισχύει το ότι ο καθένας είναι εν δυνάμει επικίνδυνος. Προκειμένου να καθίσταται λίγο περισσότερο δυνατή η εκτίμηση της επικινδυνότητας ενός άτομου, είναι απαραίτητο να καθορίζεται ο τύπος της άδικης πράξης όπως παραδείγματος χάριν μία ληστεία, ένας φόνος ή ένας βιασμός και να προσδιορίζεται χρονικά η μελέτη της πρόβλεψης.

Η επικινδυνότητα κρίνεται με βάση το περιβάλλον στο οποίο βρίσκετε και δρα ο θύτης, καθώς αυτό καθορίζει την δυνατότητα που του δίνεται να εγκληματήσει. Προκειμένου να έχει επιστημονική βάση μία έκθεση πρόβλεψης της επικινδυνότητας ενός ατόμου, χρειάζεται συστηματική συλλογή στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού του ατόμου αλλά και μια πληθώρα πληροφοριών για την προηγουμένη βίαιη συμπεριφορά.

Άλλωστε, όπως ορθά τόνισε ο Prins (1986), «η πρόβλεψη της επικινδυνότητας είναι κάτι πολύ επικίνδυνο».


Βιβλιογραφία

1. Αλεξιάδης, Σ. (1986). Η επικινδυνότητα του εγκληματία ένα στοιχείο πλαστό, σεΜνήμη Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα, τόμος Β΄, Αθήνα: Α.Ν. Σάκκουλας.
2. Borum, R. (1996). Improving the clinical practice o f violence risk assessment. American Psychologist, 5, 1, 945-956.
3. Cooke, J.D. (2010). Personality disorder and violence: understand violence risk: an introduction to the special section personality disorder and violence, Journal of Personality Disorders, 24 (5), 539–550.
4. Λύκουρας, E., & Δουζένης, A. (2011). Η επικινδυνότητα της σχιζοφρένειας στοΨυχιατρική, 22 (2), σελ. 105-106.

Συγγραφή Άρθρου

Λυδία Μυλωνάκη

lydia mylonakiΨυχολόγος - MSc Forensic Mental Health.
Απόφοιτος του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Επιστημονική Συνεργάτιδα του E-Psychology

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Σχετικά άρθρα

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 3ο
ανδρική σεξουαλική κακοποίηση

Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο, το οποίο πλήττει τόσο ενήλικες όσο και παιδιά, τόσο γυναίκες όσο και άνδρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότερες θυματολογικές μελέτες με θέμα τις επιδράσεις της τραυματικής εμπειρίας της σεξουαλικής κακοποίησης επικεντρώνονται ως επί το πλείστον στις γυναίκες και παιδιά θύματα.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 2ο
σεξουαλική κακοποίηση ανδρών

Η θυματοποίηση είναι γενικότερα συνδεδεμένη με τη ρουτίνα αλλά και το lifestyle των θυμάτων, τα οποία είναι σε θέση να επηρεάσουν το μέγεθος της έκθεσης τους σε πιθανούς δράστες. Επιπλέον η θυματοποίηση σχετίζεται με το πόσο ευάλωτο μπορεί να είναι το πιθανό θύμα.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού (Μέρος 1ο)
σεξουαλική κακοποίηση σε άντρες

Ο βιασμός έχει λάβει ιδιαίτερα υψηλή δημοσιότητα ως ένα πρόβλημα γένους θηλυκού. Ο φεμινιστικός χρωματισμός του, δυστυχώς έχει ως συνέπεια να αγνοούνται οι εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης των ανδρών.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την μνήμη των μαρτύρων και κατ’ επέκταση τη μαρτυρική κατάθεση
μνήμη

Συμφώνα με τη πεπαλαιωμένη άποψη ότι η ανθρώπινη μνήμη λειτουργεί ως εγγραφέας εικόνων, όλοι οι επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με μάρτυρες ποινικών αλλά και αστικών υποθέσεων αναμένουν πως είναι δυνατό τα άτομα αυτά, να ανακαλέσουν με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τα γεγονότα που συνέβησαν καθώς και τη φυσιογνωμία του δράστη.

 

Δικαστική Ψυχολογία: Τα πεδία της και οι πολλαπλοί ρόλοι ενός Δικαστικού Ψυχολόγου

Η Δικαστική ψυχολογία αφορά στη συσχέτιση της Ψυχολογίας με το νόμο και διακρίνεται σε διάφορα πεδία δράσης του δικαστικού ψυχολόγου με βάση τα οποία διαφοροποιείται ο ρόλος του, οι βασικές του αρμοδιότητες καθώς και η συνθήκη συνεργασίας του τόσο με το θεραπευόμενο όσο και με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης.

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.