Διαταραχές Προσωπικότητας
Σε μια σειρά από άρθρα που πραγματεύονται την αιτιολογία του εγκλήματος του βιασμού, συζητήθηκαν η σωματική σεξουαλική διέγερση, η έλλειψη συναισθηματικού ελέγχου καθώς και η γνωστική αξιολόγηση. Η έρευνα έχει δείξει πως οι παραπάνω παράγοντες μπορούν να αποτελέσουν βασικές αιτίες εμφάνισης σεξουαλικά επιθετικής συμπεριφοράς.

Επιπροσθέτως, πολλές είναι οι περιπτώσεις που παρατηρείται ένας τέταρτος παράγοντας αρκετά δυνατός ώστε να επηρεάσει την εμφάνιση προβληματικής συμπεριφοράς. Αυτός είναι ότι ο δράστης μπορεί να πάσχει από κάποια διαταραχή προσωπικότητας.

Ο εν λόγω παράγοντας αφορά σε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του ατόμου το οποίο αλληλεπιδρά με τους υπόλοιπους τρείς παράγοντες με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι πιθανότητες εμφάνισης προβληματικής σεξουαλικής συμπεριφοράς. Η εμφάνιση διαταραχών προσωπικότητας προκύπτει από πρώιμες αρνητικές εμπειρίες και είναι δυνατό να οδηγήσει σε τρωτότητα όσον αφορά την ανάληψη ευθυνών απέναντι σε ένα σεξουαλικό έγκλημα.

Οι πρώιμες αρνητικές εμπειρίες μπορεί να αφορούν στο διαζύγιο ή την εγκληματική συμπεριφορά των γονιών ή των άμεσων συγγενών, παραμέληση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας ή ακόμη και σεξουαλική, σωματική ή συναισθηματική κακοποίηση αλλά και ενδοοικογενειακή βία. Η εμφάνιση σεξουαλικής βίας επίσης διευκολύνεται από τις δυσπροσαρμοστικές κοινωνικές δεξιότητες καθώς και τη χαμηλού επιπέδου εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση. Έτσι, το άτομο που έχει βιώσει κάποιες από τις παραπάνω κακουχίες κατά τη παιδική του ηλικία έχει αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης κάποιας διαταραχής προσωπικότητας η οποία με τη σειρά της είναι δυνατό να αυξήσει τη πιθανότητα διάπραξης κάποιου σεξουαλικού εγκλήματος, καθώς και τη βαρύτητα του αδικήματος. Πολύ σημαντικό να ειπωθεί είναι ότι οι τρείς πρώτοι παράγοντες που συζητήθηκαν και έχουν να κάνουν περισσότερο με τη παρούσα κατάσταση του άτομου, είναι δυνατό να μην προκαλέσουν σεξουαλικά επιθετική συμπεριφορά όταν η προσωπικότητα του ατόμου λειτουργεί με κατάλληλο τρόπο.

Ξεκινώντας με μία βιβλιογραφική αναδρομή, έρευνες αναδεικνύουν πως ένα 25-70% των εγκληματιών σεξουαλικών εγκλημάτων που βρίσκονται έγκλειστοι σε κάποιο σωφρονιστικό ίδρυμα έχουν αναφέρει πως έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση κατά τη παιδική τους ηλικία.Επιπλέον, σύμφωνα με τις διάφορες θεωρίες σεξουαλικού εγκλήματος, οι πτωχές εμπειρίες κοινωνικοποίησης εξαιτίας της βίας κατά τη παιδική ηλικία φέρουν βασική ευθύνη για τα μεταγενέστερα αρνητικά συναισθήματα όπως η εχθρότητα. Τέτοια συναισθήματα είναι όχι μόνο βασικό αλλά και αναγκαίο συστατικό της εμφάνισης βίαιης σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Όσον αφορά τα άτομα που διαπράττουν το έγκλημα του βιασμού ειδικότερα, έρευνες αποδεικνύουν πως έχουν ιστορικό αντικοινωνικής συμπεριφοράς, καθώς και πρώιμο ποινικό μητρώο που αφορά σε μη σεξουαλικά εγκλήματα. Ακόμη, η έρευνα δείχνει πως οι βιαστές έχουν αυξημένη βαθμολογία στη κλίμακα 4 του Minnesota Multiphasic Personality Inventory που σχετίζεται με τα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά. Σχετική έρευνα ανέδειξε πως βιαστές αναφέρουν εμπειρίες σωματικής κακοποίησης, γονικής βίας, συναισθηματικής κακοποίησης αλλά και βίας ενάντια στα ζώα κατά τη παιδική τους ηλικία.

Συμπληρωματικά, παρατηρείται υψηλό ποσοστό έκθεσης σε βία μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Επιπλέον, μια πληθώρα ερευνών που ασχολήθηκαν με τις πρώιμες εμπειρίες των βιαστών παρατήρησαν προβληματικούς δεσμούς με τους γονείς τους κατά τη παιδική ηλικία. Στη συνέχεια, άλλες έρευνες έδειξαν πως το ενδοοικογενειακό δυσλειτουργικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί είναι δυνατό να αποτελέσει πολύ βασικό αναπτυξιακό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξή βίαιης σεξουαλική συμπεριφοράς στο μέλλον. ‘Όπως σε κάθε περίπτωση, έτσι και εδώ, υπάρχει η υπόθεση ότι πολλοί σεξουαλικοί εγκληματίες προσποιούνται πως έχουν βιώσει παιδική κακοποίηση, κάτι το οποίο αναγκαστικά μειώνει την αξία των αποτελεσμάτων της βιβλιογραφίας, παραμένοντας όμως μια απλή υπόθεση.

Οι διαταραχές προσωπικότητας ανήκουν στο φάσμα των ψυχικών διαταραχών. Πέραν από το πόσο οι διαταραχές προσωπικότητας είναι δυνατό να επηρεάσουν το έγκλημα, υπό ερώτημα τίθεται και το κατά πόσο ψυχικές ασθένειες όπως η σχιζοφρένεια είναι δυνατό να έχουν αντίστοιχες επιρροές. Τα στατιστικά στοιχεία αναδεικνύουν πως άνθρωποι που πάσχουν από ψυχικές ασθένειες είναι τέσσερεις φορές πιο πιθανό να εμπλακούν σε κάποιο έγκλημα είτε να έχουν καταδικαστεί για κάποιο σοβαρό σεξουαλικό έγκλημα σε σχέση με αυτούς που δεν έχουν κάποια διάγνωση.

Τελικά παρατηρούμε πως οι εμπειρικές αποδείξεις υποστηρίζουν κάθε μία από τις προσεγγίσεις που συζητήθηκαν για την αιτιολόγηση του εγκλήματος του βιασμού. Το σύνολο αυτών των παραγόντων αντιμετωπίζουν τον βιασμό ως ένα πολύπλοκο φαινόμενο, λαμβάνοντας υπόψη πως η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να λάβει χώρα εξαιτίας πολλών αιτιών καθώς και ενός συνδυασμού γεγονότων, καταστάσεων και χαρακτηριστικών προσωπικότητας. Σε κάθε μια από τις περιπτώσεις παρατηρείται πως ένας παράγοντας τείνει να διακρίνεται σε σχέση με τους άλλους. Άλλωστε είναι ξεκάθαρο πως κάθε άτομο εγκληματεί για διαφορετικούς λόγους. Βεβαίως, κάθε δράστης αποτελεί μια ιδιαίτερη υπόθεση και γι’ αυτό καλούνται οι ειδικοί να εφαρμόσουν τη θεωρία στην πράξη.

 

Βιβλιογραφία

  • Drake, C. R., & Pathe, M. (2004). Understanding sexual offending in schizophrenia. Crim Behav Ment Health, 14, 108‑120.
  • Graham, K. R. (1996). The childhood victimization of sex offenders: An underestimated issue. International Journal of Offender Therapy and Comparative Criminology, 40, 192–203.
  • Hall, G. C. N., Graham, J. R., & Shepherd, J. B. (1991). Three methods of developing MMPI taxonomies of sexual offenders. Journal of Personality Assessment, 56, 2-13.
  • Hall, G. C. N., & Hirschman, R. (1991). Toward a theory of sexual aggression: A Quadripartite Model. Journal of Consulting and Clinical Psychology, Vol.59, No. 5, 662-669.
  • Hindman, J. (1988). Research disputes assumptions about child molesters. National District Attorneys Association Bulletin, 7,1–3.
  • Hindman, J., & Peters, J. M. (1999). Uncovering the true histories of youthful sex offenders. Unpublished manuscript. Alexandria Associates, Baker City, OR.
  • Knight, R. A., & Prentky, R. A. (1990). Classifying sexual offenders: the development and corroboration of taxonomic models. In W. L. Marshall, D. R. Laws, & H. E. Barbaree
  • (Eds.), The handbook of sexual assault (pp. 23-52). New York: Plenum Press.
  • Lee, J. K. P., Jackson, H. J., Pattison, R., & Ward, T. (2002). Developmental risk factors for sexual offending. Child Abuse & Neglect, 26, 73-92.
  • Marshall, W. L, & Barbaree, H. E. (1990). An integrated theory of the etiology of sexual offending. In W. L. Marshall, D. R. Laws, &H. E. Barbaree (Eds.), Handbook of sexual assault: Issues, theories, and treatment of the offender (pp. 257-275). New York: Plenum.
  • Simons, D.A., Wurtele, S. K., & Durham, R. L. (2008). Developmental experiences of
  • Child sexual abusers and rapists. Child Abuse & Neglect, 32, 549-560.

Συγγραφή Άρθρου

Λυδία Μυλωνάκη

lydia mylonakiΨυχολόγος - MSc Forensic Mental Health.
Απόφοιτος του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Επιστημονική Συνεργάτιδα του E-Psychology

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά άρθρα
Ναρκισσισμός

Ακούω συχνά αυτό τον όρο. Τι σημαίνει να είναι κάποιος...

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Deliberate Self Harming & Possible Interventions II
Self Harming

Back to the issue that has been highly researched over the recent years, self-harming behaviour. As discussed in previous article, there has been a large amount of research investigating the possible successful or not so successful interventions when it comes to the self-harming behaviour.

Deliberate Self Harming & Possible Interventions I
Self Harming

Self-harm is the non-fatal intentional acts of self-poising or self-injury irrespectively of the extent of suicidal intent. Self-harming has been a growing problem, it is estimated that there are more than 200000 persons presenting with self-harming in general hospitals over the UK at the moment. Self-harming is most common in younger people aged between 15 to 35 years old and moreover, it appears to be more frequent in women than men and also decreases over lifespan.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 4ο
ανδρική σεξουαλική κακοποίηση

Οι άνδρες θύματα έχουν αναφέρει εχθρότητα, αυξημένο το αίσθημα το θυμού, συμπτώματα κατάθλιψης, άγχος και συμπεριφορές πρόκλησης βλάβης στο ίδιο τους τον εαυτό, αίτια της σεξουαλικής κακοποίησης. Οι άνδρες είναι πιθανό να έχουν μια αντίδραση θυμού αμέσως μετά από το περιστατικό, καθώς ο θυμός θεωρείται ο αρσενικός τρόπος αντιμετώπισης του τραύματος.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 3ο
ανδρική σεξουαλική κακοποίηση

Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο, το οποίο πλήττει τόσο ενήλικες όσο και παιδιά, τόσο γυναίκες όσο και άνδρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότερες θυματολογικές μελέτες με θέμα τις επιδράσεις της τραυματικής εμπειρίας της σεξουαλικής κακοποίησης επικεντρώνονται ως επί το πλείστον στις γυναίκες και παιδιά θύματα.

Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι γένους θηλυκού – Μέρος 2ο
σεξουαλική κακοποίηση ανδρών

Η θυματοποίηση είναι γενικότερα συνδεδεμένη με τη ρουτίνα αλλά και το lifestyle των θυμάτων, τα οποία είναι σε θέση να επηρεάσουν το μέγεθος της έκθεσης τους σε πιθανούς δράστες. Επιπλέον η θυματοποίηση σχετίζεται με το πόσο ευάλωτο μπορεί να είναι το πιθανό θύμα.

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.