Η επίδραση των παρευρισκομένων (bystander effect) είναι ένα φαινόμενο κοινωνικής ψυχολογίας, σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι αποφεύγουν να βοηθήσουν κάποιον που κινδυνεύει όταν άλλα άτομα είναι παρόντα (Κοκκινάκη, 2006). Το φαινόμενο αυτό απασχόλησε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1964, όταν μια νεαρή γυναίκα, η Kitty Genovese, δολοφονήθηκε έξω από το διαμέρισμα της σε κεντρική περιοχή της Νέας Υόρκης.

Περίπου 38 γείτονες της βρίσκονταν εκεί κατά τη διάρκεια του συμβάντος, όμως κανείς δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει. Δυστυχώς από τότε έχουν αναφερθεί διάφορα παρόμοια περιστατικά, όπως η δολοφονία του Dominic Brunner σε πολυσύχναστο σιδηροδρομικό σταθμό της Γερμανίας το 2011 και ο θάνατος ενός μικρού κοριτσιού από την Κίνα που χτυπήθηκε σε τροχαίο δυστύχημα και πέθανε αβοήθητο μπροστά στα μάτια 18 περαστικών την ίδια χρονιά. `Ομως για ποιο λόγο οι άνθρωποι αποφεύγουν να βοηθήσουν κάποιον που κινδυνεύει; Τι θα κάναμε αν ήμασταν εμείς στη θέση τους; Είναι πολύ πιθανό ότι θα αντιδρούσαμε με τον ίδιο τρόπο, λένε οι έρευνες. 

Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν αφορμή για να ξεκινήσει μια σειρά από εμπνευσμένα πειράματα στο χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας με στόχο να γίνουν κατανοητές οι συμπεριφορές που σχετίζονται με την παροχή βοήθειας σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πείραμα των Darley και Latane (1968), οι οποίοι προσπάθησαν να διερευνήσουν πως θα αντιδρούσε ένα τυχαίο δείγμα ατόμων σε μια παρόμοια συνθήκη. Προπτυχιακοί φοιτητές ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε μια έρευνα, όπου θα συζητούσαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν κατά τη διάρκεια της φοιτητικής τους ζωής.

Οι φοιτητές ενημερώθηκαν ότι η συζήτηση θα γινόταν μέσω ενός συστήματος ενδοεπικοινωνίας και δε θα μπορούσαν να δουν τους υπόλοιπους ομιλητές, με το πρόσχημα ότι κατ'αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να τηρηθεί η ανωνυμία των συμμετεχόντων. Καθώς οι ερευνητές υποψιάζονταν ότι ο αριθμός των παρευρισκομένων έπαιζε κάποιο ρόλο στις παρεμβάσεις σε επείγοντα περιστατικά, χώρισαν τους συμμετέχοντες σε 3 πειραματικές ομάδες και τους ανακοίνωσαν ότι θα συνομιλούσαν με 1 άτομο, με 2 ή με 5 άλλα άτομα αντίστοιχα. Κάθε φοιτητής που έπαιρνε μέρος στο πείραμα καθόταν μόνος του σε ένα δωμάτιο και άκουγε τις ομιλίες των υπολοίπων μέσω ακουστικών. Στη συνέχεια είχε τη δυνατότητα να πάρει το λόγο χρησιμοποιώντας το μικρόφωνο που είχε στη διάθεση του.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν άλλοι συνομιλητές στα διπλανά δωμάτια και οι φωνές που άκουγε ο καθένας ήταν μαγνητοφωνημένες. Κάποια στιγμή ξεκινούσε να μιλάει ένας "φοιτητής" για τις δυσκολίες προσαρμογής που αντιμετώπιζε από τότε που ξεκίνησε το πανεπιστήμιο, αναφέροντας επίσης ότι πάθαινε συχνά επιληπτικές κρίσεις. Ξαφνικά, κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο "επιληπτικός φοιτητής" άρχιζε να παθαίνει κρίση και καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά! Στις περιπτώσεις όπου οι συμμετέχοντες πίστευαν ότι συνομιλούσαν μόνοι τους με τον "επιληπτικό φοιτητή" έσπευσαν αμέσως να φέρουν βοήθεια. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των φοιτητών που αντέδρασε έτσι ανέρχεται στο 85%. Από την άλλη, στις πειραματικές συνθήκες όπου οι συμμετέχοντες πίστευαν ότι μιλούσαν με άλλους 4 φοιτητές μόλις το 31% των παρευρισκομένων προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει.

Οι παραπάνω ερευνητές πρότειναν το Γνωστικό Μοντέλο ως εξήγηση για τις εν λόγω συμπεριφορές, με βάση το οποίο οι εξής διαδικασίες εμπλέκονται στην κινητοποίηση των παρευρισκομένων όταν έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις άμεσης ανάγκης: Αρχικά, θα πρέπει να αξιολογήσουν το περιστατικό ως επείγον, να αντιληφθούν ότι ενέχει κάποιο στοιχείο κινδύνου που απαιτεί άμεση δράση για την αποφυγή του, κι έπειτα να αποφασίσουν πως θα δράσουν. Ωστόσο, για να υπάρξει το κίνητρο για βοήθεια πρέπει ο εκάστοτε παρευρισκόμενος να αισθανθεί υπεύθυνος.

Γι αυτό το λόγο η πιθανότητα παρέμβασης είναι μεγαλύτερη όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των παρευρισκομένων. `Ενας μεμονωμένος παρατηρητής αντιλαμβάνεται ότι η ευθύνη της παρέμβασης επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο σε αυτόν (Hewstone & Stroebe, 2007). Αντιθέτως, όσο μεγαλώνει ο αριθμός των παρισταμένων η πιθανότητα να επέμβει ο καθένας από αυτούς μειώνεται, καθώς θεωρούν ότι η παροχή βοήθειας δεν είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται διάχυση της ευθύνης και είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που ευθύνονται για τη συλλογική αδράνεια των ατόμων σε τέτοιες καταστάσεις (Κοκκινάκη, 2006).

Ενας άλλος παράγοντας που σχετίζεται με την αναστολή της αντίδρασης των παρευρισκομένων έχει να κάνει με διαδικασίες κοινωνικής επιρροής. Οι άνθρωποι, ιδιαίτερα όταν έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από υψηλή ασάφεια, αναζητούν ενδείξεις για το πως πρέπει να αντιδράσουν στις συμπεριφορές των άλλων. Αν οι υπόλοιποι παριστάμενοι παραμένουν απαθείς για τον ίδιο λόγο, ο καθένας μπορεί να καταλήξει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι όλοι ερμηνεύουν το συμβάν ως ακίνδυνο (πλουραλιστική άγνοια) (Hewstone & Stroebe, 2007). Μάλιστα, η παρουσία των άλλων μπορεί κατ'αυτόν τον τρόπο να λειτουργήσει ως ανασταλτικός παράγοντας, εφόσον το άτομο φοβάται μήπως γελιοποιηθεί αντιδρώντας υπερβολικά σε σχέση με τη σοβαρότητα της κατάστασης (αναστολή λόγω ακροατηρίου). Το φαινόμενο αυτό είναι πιο έντονο όταν οι παριστάμενοι δε γνωρίζονται μεταξύ τους καθώς ο φόβος της αξιολόγησης είναι μεγαλύτερος. Αντιθέτως, παρατηρήθηκε μεγαλύτερη κινητοποίηση με στόχο την προσφορά βοήθειας σε πειραματικές συνθήκες όπου οι παρευρισκόμενοι ήταν γνωστοί ή φίλοι (Latane & Rodin, 1969).

Φαίνεται λοιπόν ότι η αποφυγή εμπλοκής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης δεν οφείλεται σε εγωιστικά κίνητρα ή έλλειψη ενδιαφέροντος για το συνάνθρωπο, αλλά μάλλον είναι μια κοινωνική συμπεριφορά που μπορεί να ενεργοποιηθεί κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και βασίζεται περισσότερο στην αντίδραση των υπόλοιπων παρευρισκομένων, ενώ σύγχρονα ευρήματα επιβεβαιώνουν την εμφάνιση παρόμοιων αντιδράσεων ακόμα και σε μορφές ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως διαδικτυακά φόρουμ υποστήριξης (van Bommel, van Prooijen, Elffers & van Lange, 2012).

Παρ'όλα αυτά, υπάρχουν και περιπτώσεις που διαψεύδουν την εμφάνιση του φαινομένου. Ο ψυχολόγος John Wilson (1976) απέδειξε ότι οι αντιδράσεις των παρισταμένων μπορεί να επηρεάζονται σε κάποιο βαθμό από χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους. Για παράδειγμα, άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση ήταν πιο πιθανό να παρέμβουν ανεξάρτητα από το πλήθος των παρευρισκομένων, ενώ όσοι αισθάνονταν μεγαλύτερη ανασφάλεια έτειναν να μιμούνται τις συμπεριφορές των άλλων. Επίσης, όταν το θύμα και οι παριστάμενοι αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέλη που ανήκουν στην ίδια κοινωνική ομάδα, η απροθυμία των παρατηρητών να βοηθήσουν σε περίπτωση ανάγκης μειώνεται σημαντικά (Levine & Crowther, 2008).

Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι η παρουσία άλλων ατόμων μπορεί να ενισχύσει την επιθυμία ενός παρατηρητή να προσφέρει βοήθεια όταν η συμπεριφορά των παρευρισκομένων αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης και δε μπορούν να χαθούν μέσα στο πλήθος, με αποτέλεσμα να είναι έντονο το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης. Μια ομάδα ερευνητών στο `Αμστερνταμ (van Bommel et al., 2014) πραγματοποίησε ένα παρόμοιο κοινωνικό πείραμα σε χώρο όπου ήταν τοποθετημένες σε εμφανή σημεία κάμερες ασφαλείας, με στόχο να διερευνήσει αν οι συμμετέχοντες θα βοηθούσαν κάποιον που έπεσε θύμα κλοπής. Σε αυτή την περίπτωση οι περισσότεροι συμμετέχοντες έσπευσαν να βοηθήσουν και στη συνθήκη με τους πολλούς παρευρισκόμενους.

Τέλος, η ενημέρωση έχει συνεισφέρει σημαντικά στον περιορισμό του φαινομένου. Φοιτητές που είχαν παρακολουθήσει εκπαιδευτικά σεμινάρια σχετικά με τα αίτια που προκαλούν το συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο ήταν πιο πιθανό να βοηθήσουν σε σύγκριση με άλλους που δε γνώριζαν τίποτα γι αυτό (Beaman, Barnes, Klentz & McQuirk, 1978).

Συγγραφή Αρθρου:

Μαρία Στογιάννη
Κοινωνική Ψυχολόγος MSc
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Beaman, A., Barnes, P. J., Klentz, B., & McQuirk, B. (1978). Increasing helping rates through information dissemination: Teaching pays. Personality and Social Psychology Bulletin, 4, 406-411.
  • Darley, J. M., & Latane, B. (1968). Bystander intervention in emergencies: diffusion of responsibility. Journal of Personality and Social Psycholoy, 8, 377.
  • Hewstone, M., & Stroebe, W. (2007). Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Παπαζήση.
  • Latane, B., & Rodin, J. (1969). A lady in distress: Inhibiting effects of friends and strangers on bystander intervention. Journal of Experimental Social Psychology, 5, 189-202.
  • Levine, M., & Crowther, S. (2008). The responsive bystander: How social group membership and group size can encourage as well as inhibit bystander intervention. Journal of Personality and Social Psychology, 95, 1429-1439.
  • Van Bommel, M., van Prooijen, J. W., Elffers, H., & van Lange, P. A. (2012). Be aware to care: Public self-awareness leads to a reversal of the bystander effect. Journal of Experimental Social Psychology, 48, 926-930.
  • Van Bommel, M., van Prooijen, J. W., Elffers, H., & van Lange, P. A. (2014). Intervene to be seen: The power of a camera in attenuating the bystander effect. Social Psychological and Personality Science, 5, 459-466.
  • Wilson, J. P. (1976). Motivation, modeling and altruism: A person x situation analysis. Journal of Personality and Social Psychology, 34, 1078.
  • Κοκκινάκη, Φ. (2006). Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Συγγραφή Άρθρου

Μαρία Στογιάννη

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Εγγραφή στο Newsletter

Κάντε εγγραφή στο 15νθημερο Newsletter για ενημέρωση σεμιναρίων, νέων άρθρων, βιβλίων, θέσεων εργασίας κ.α.