Κοινωνικό στίγμα

Ο ρόλος των στοιχείων της προσωπικότητας στη διαχείριση του στίγματος
Τα στιγματισμένα άτομα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το βαθμό που διακρίνουν ή αναγνωρίζουν τις διακρίσεις στο περιβάλλον τους. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι σε υπερβολική εγρήγορση σε ό,τι αφορά την απόρριψη, να παρουσιάζουν δηλαδή υπερβολική ευαισθησία σχετικά με υπαινιγμούς γύρω τους που θα μπορούσαν να αποτελούν δείκτες απόρριψης με βάση τη φυλετική καταγωγή τους (Mendoza-Denton κ.ά., 2002).

Σύμφωνα με την Pinel (1999, 2002), τα στιγματισμένα άτομα διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο πιστεύουν ότι θα κριθούν και θα αντιμετωπιστούν με βάση τα στερεότυπα που σχετίζονται με εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στοιχεία που τα καθιστούν μέλη μίας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Ανάλογα με τη δυνατότητα της αντίληψης της απόρριψης ή τη συνείδηση του στίγματος, τα στιγματισμένα άτομα πρόκειται να εκτιμήσουν διαφορετικά τις καταστάσεις που αφορούν την ταυτότητά τους.

Μία άλλη προσωπική μεταβλητή που θα μπορούσε να μετριάσει τον αντίκτυπο δυνητικά απειλητικών καταστάσεων στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι εκτιμούν και αντιδρούν σε αυτές, είναι οι προσωπικές θεωρίες που έχει ο καθένας για τον εαυτό του.

Σύμφωνα με την Dweck (1999), οι πτυχές του εαυτού (προσωπικότητα, νοημοσύνη, ηθική, κλπ.) είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως σταθερά, αμετάβλητα χαρακτηριστικά στοιχεία (σταθερή θεωρία - entity theory) ή ως μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά στοιχεία τα οποία μπορούν να βελτιωθούν ανάλογα με την προσπάθεια που καταβάλλει το άτομο (αυξητική θεωρία - incremental theory). Οι θεωρίες αυτές συγκροτούν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στην ανθρώπινη δράση και στα αποτελέσματα που αυτή επιφέρει, ιδίως σε αρνητικές κοινωνικές κριτικές.

Για παράδειγμα, μία σχετική έρευνα (Hong κ.ά., 1999) έδειξε ότι οι προπτυχιακοί φοιτητές που θεωρούν ότι η νοημοσύνη είναι ένα μεταβαλλόμενο στοιχείο έχουν περισσότερες πιθανότητες να κάνουν χρήση βελτιωτικών μέτρων όταν καλούνται να διαχειριστούν κάποια αποτυχία, από ότι οι φοιτητές οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη νοημοσύνη ως ένα σταθερό γνώρισμα. Τα άτομα εκείνα που θεωρούν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο χαρακτηριστικό στοιχείο τείνουν περισσότερο να αποδίδουν την εκάστοτε αποτυχία τους στην έλλειψη επαρκούς προσπάθειας εκ μέρους τους, σε σχέση με εκείνους που θεωρούν τη νοημοσύνη ως αμετάβλητο στοιχείο.

Σε μία άλλη σειρά πειραμάτων, οι Nussbaum και Dweck (2008) έδειξαν ότι οι προσωπικές θεωρίες που διαθέτει ο καθένας για τον εαυτό του έχουν άμεση επίδραση στις στρατηγικές που χρησιμοποιεί το άτομο όταν καλείται να αντιμετωπίσει καταστάσεις που απειλούν την ταυτότητά του. Από τη μία πλευρά, τα άτομα που θεωρούν τη νοημοσύνη ως ένα σταθερό γνώρισμα τείνουν να επιλέγουν αμυντικές στρατηγικές αποκατάστασης της αυτοεκτίμησης, ενώ από την άλλη πλευρά, τα άτομα που θεωρούν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο γνώρισμα τείνουν να επιλέγουν στρατηγικές αυτοβελτίωσης.

Για να εξεταστεί αυτός ο ισχυρισμός, ότι η αποτυχία ή η απειλή της αποτυχίας επηρεάζει περισσότερο εκείνους που αντιλαμβάνονται τη νοημοσύνη ως ένα αμετάβλητο στοιχείο, οι Aronson, J., Fried, C. B., και Good, C  (2002) εκπαίδευσαν μαύρους και λευκούς μαθητές να βλέπουν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο και όχι αμετάβλητο στοιχείο.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μαύροι μαθητές που εξέλαβαν τη νοημοσύνη ως ένα μεταβαλλόμενο στοιχείο παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά επιδόσεων από εκείνους τους μαθητές οι οποίοι δεν είχαν εκπαιδευτεί να θεωρούν τη νοημοσύνη ως μεταβαλλόμενο γνώρισμα. Πιο πρόσφατα, και σε σχέση με μία άλλη πτυχή του εαυτού, οι Rattan και Dweck (2010) έδειξαν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι προπτυχιακοί φοιτητές που κατάγονται από μειονότητες (όπως αφροαμερικανοί και λατινοαμερικανοί) , αντιλαμβάνονται την προσωπικότητά τους προβλέπει την απόφασή τους να έρθουν αντιμέτωποι με την προκατάληψη, ή όχι.

Εκείνοι που θεωρούν ότι η προσωπικότητα ανήκει στο φάσμα των μεταβαλλόμενων πτυχών του εαυτού, δήλωσαν με μεγαλύτερη συχνότητα ότι δεν διστάζουν να αντιμετωπίσουν τις ποικίλες προκαταλήψεις, από εκείνους που αντιλαμβάνονται την προσωπικότητα ως ένα σταθερό και αμετάβλητο στοιχείο.

Όπως συμβαίνει και με τις παραδοσιακές στρατηγικές, μπορεί επίσης κάποιος να σκεφθεί ότι ορισμένοι τρόποι διαχείρισης του στίγματος είναι δυνατό να παρουσιάζουν τόσο σταθερή φύση ώστε να λειτουργούν ως χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και να επενεργούν άμεσα στις εκτιμήσεις του ατόμου, αλληλεπιδρώντας με τους περιστασιακούς υπαινιγμούς. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στην περίπτωση της αυτοϋπονόμευσης, η οποία μπορεί να αποτελέσει σταθερό χαρακτηριστικό γνώρισμα. (Σ.τ.Μ.: Η αυτοϋπονόμευση είναι μία γνωσιακή στρατηγική κατά την οποία το άτομο αποφεύγει να καταβάλλει οποιαδήποτε προσπάθεια με σκοπό να αποφύγει κάποια πιθανή αποτυχία και να διατηρήσει τα επίπεδα της αυτοεκτίμησής του.) Ως εκ τούτου, ορισμένες μελέτες έδειξαν ότι κάποια άτομα τείνουν να υπονομεύουν τον εαυτό τους περισσότερο από άλλα (άτομα με υψηλά επίπεδα αυτοϋπονόμευσης, Rhodewalt, 1990). Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να αποδειχθεί τόσο ισχυρό ώστε τα άτομα με υψηλά επίπεδα αυτοϋπονόμευσης τείνουν να υπονομεύουν τον εαυτό τους ακόμα και σε μη απειλητικές καταστάσεις.

Τέλος, μία άλλη μεταβλητή που φαίνεται πολλά υποσχόμενη, αλλά δεν έχει ερευνηθεί ακόμη εις βάθος, είναι το κίνητρο. Οι Hodgins και Knee (2002) διατύπωσαν την ύπαρξη ενός μοντέλου το οποίο υποδηλώνει ότι τα κίνητρα των ατόμων επηρεάζουν την ικανότητά τους να βιώνουν τα διάφορα γεγονότα της ζωής τους χωρίς να κρατούν αμυντική στάση. Ειδικότερα, οι αυτόνομοι και ελεγχόμενοι προσανατολισμοί των κινήτρων (Deci και Ryan, 2008) είναι σε θέση να προβλέψουν την απειλή και την άμυνα που δύναται να εκδηλώσει το άτομο. Το αυτόνομο κίνητρο αναφέρεται στην επιτέλεση μίας δραστηριότητας από ευχαρίστηση και/ή από προσωπική επιλογή. Αντίθετα, το ελεγχόμενο κίνητρο ορίζεται ως η ενασχόληση με μία δραστηριότητα που κατευθύνεται από εσωτερικές (π.χ. ενοχή) ή εξωτερικές πιέσεις (εξωτερικές ανταμοιβές). Τα αποτελέσματα παλαιότερων ερευνών (π.χ. Knee κ.ά., 2005, Hodgins κ.ά., 2006) αποκάλυψαν ότι τα άτομα που διαθέτουν αυτόνομο κίνητρο παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα αμυντικής συμπεριφοράς από τα άτομα εκείνα που διαθέτουν ελεγχόμενο κίνητρο, κι αυτό γιατί τα αυτόνομα κίνητρα συνδέονται θετικά με ολοκληρωμένες και ασφαλείς διαδικασίες του εαυτού (π.χ. αυτοαξιολόγηση, αυτογνωσία, αυτοπραγμάτωση· βλ. Deci και Ryan, 1985). 

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την προστασία της προσωπικής διάστασης της ταυτότητας

Η απόδοση στη διάκριση είναι μία από τις στρατηγικές που μπορεί να χρησιμοποιήσει το άτομο για να διαχειριστεί τις πάσης φύσεως διακρίσεις που μπορεί να υφίσταται. Η στρατηγική αυτή, η οποία προσδιορίστηκε για πρώτη φορά από τους Crocker και Major (1989), προστατεύει την αυτοεκτίμηση των μελών στιγματισμένων κοινωνικών ομάδων καθώς τα βοηθά να αποδίδουν τα αρνητικά σχόλια και τις ανεπαρκείς εκβάσεις στις συμπεριφορές προκατάληψης που εκδηλώνουν οι άλλοι απέναντι στην ομάδα.

Μία ακόμη στρατηγική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία της προσωπικής ταυτότητας είναι η ατομική κινητικότητα. Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην προσπάθεια του ατόμου να εγκαταλείψει το αρνητικά θεωρούμενο στοιχείο εντός της ομάδας με σκοπό να ενσωματώσει ένα νέο και θετικό στοιχείο. Η εν λόγω στρατηγική μοιάζει με αυτό που περιέγραψαν οι Deaux και Ethier (1998) ως «εξάλειψη της ταυτότητας». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την εγκατάλειψη ή την εξάλειψη ενός κοινωνικού μηχανισμού ταυτοποίησης, η οποία εφαρμόζεται συχνότερα όταν τα άτομα έχουν βιώσει πολυάριθμες καταστάσεις που απειλούν την ταυτότητά τους και σπανιότερα σε μεμονωμένες περιπτώσεις αντιμετώπισης προκαταλήψεων.

Ένα τελευταίο παράδειγμα στρατηγικής που στοχεύει στην προστασία του ατομικού εαυτού μπορεί να είναι και η αυτοϋπονόμευση. Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην υιοθέτηση ή στον ισχυρισμό για την ύπαρξη εμποδίων στον δρόμο της επιτυχίας, πριν από την εκτέλεση οποιασδήποτε ενέργειας προς την κατεύθυνση αυτή από το άτομο (Jones και Berglas, 1978, Hirt κ.ά., 1991, Finez κ.ά., 2008), με σκοπό την προστασία της εικόνας του ατόμου στην περίπτωση αποτυχίας (κίνητρα αυτοπροστασίας) ή με σκοπό την ενίσχυση της εικόνας του ατόμου σε περίπτωση επιτυχίας (κίνητρα αυτοενίσχυσης).

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την προστασία της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας

Υπάρχουν αρκετές στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος που αποσκοπούν στην προστασία της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας του ατόμου. Μία από αυτές είναι η μείωση της σημασίας της ταυτότητας. Το άτομο εξακολουθεί να ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα που τον τοποθετεί μία ορισμένη πτυχή της προσωπικότητάς του αλλά δίνει λιγότερη σημασία σε αυτή την πτυχή κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του εαυτού του (Deaux και Ethier, 1998). Μία τέτοια τακτική καθιστά τις αρνητικές καταστάσεις που σχετίζονται με την ταυτότητα λιγότερο απειλητικές.

Μία παρόμοια στρατηγική είναι και η απαγκίστρωση από έναν συγκεκριμένο τομέα ορισμού (Crocker και Major, 1989, Steele, 1997), κατά την οποία τα μέλη στιγματισμένων ομάδων απαξιώνουν επιλεκτικά ή θεωρούν ως λιγότερο σημαντική για τον αυτοπροσδιορισμό τους τη διάσταση επιδόσεων στην οποία η ομάδα τους θεωρείται ότι σημειώνει ανεπαρκή ποσοστά και αξιολογούν επιλεκτικά με θετικό πρόσημο τις διαστάσεις επιδόσεων στις οποίες η ομάδα τους θεωρείται ότι σημειώνει υψηλά ποσοστά. Η στρατηγική αυτή χρησιμοποιείται όταν ένας τομέας στον οποίο αποφασίζουμε να εισέλθουμε απειλείται λόγω στερεοτύπων που σχετίζονται με την ένταξη στη συγκεκριμένη κοινωνική μερίδα (όπως για παράδειγμα οι γυναίκες που σπουδάζουν μαθηματικά σε μεγάλα και αναγνωρισμένα πανεπιστήμια). Επιπλέον, η στρατηγική αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να προστατέψει την προσωπική πτυχή της ταυτότητας όταν κάποιος λαμβάνει συνεχώς αρνητικά σχόλια για έναν τομέα που εκτιμά θετικά.

Η επιλεκτική σύνδεση αποτελεί μία ακόμη στρατηγική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας, κατά την οποία το άτομο εντατικοποιεί τις επαφές με τα μέλη της ομάδας με σκοπό να βρει κοινωνική υποστήριξη και να επανεκτιμήσει την ταυτότητά του (Deaux και Ethier, 1998, Siegal κ.ά., 1998).

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής διάστασης της ταυτότητας

Μπορεί οι προκαταλήψεις ή οι διαδικασίες αυτοενίσχυσης να είναι πολυάριθμες (Sedikides και Strube, 1997, Sedikides και Gregg, 2003), ωστόσο οι σαφείς στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος που στοχεύουν στην ενίσχυση της προσωπικής διάστασης της ταυτότητας σπανίζουν. Η πιο γνωστή είναι η αυτοεπιβεβαίωση (Steele, 1988). Πρόκειται για την επιβεβαίωση (στα μάτια του ίδιου τού ατόμου ή στα μάτια των άλλων) των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων του ατόμου. Εάν η αυτοεπιβεβαίωση παρουσιάζεται να έχει θετικό αντίκτυπο στις γνωστικές διαδικασίες (π.χ. αντίσταση στην πειθώ, χαμηλότερη γνωστική ασυμφωνία), τότε η στρατηγική αυτή είναι αρκετά αποτελεσματική ώστε να βοηθήσει το άτομο να διαχειριστεί τις απειλές που στοχεύουν την ταυτότητά του (Steele, 1988, McQueen και Klein, 2006). Για παράδειγμα, η αυτοεπιβεβαίωση επιτρέπει στα μέλη ομάδων που χαρακτηρίζονται από αρνητικά στερεότυπα να αντιλαμβάνονται τους άλλους ως λιγότερο προκατειλημμένους (Adams κ.ά., 2006) ή να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις καταστάσεις στερεοτυπικών απειλών (Martens κ.ά., 2005).

Η αυτοεπιβεβαίωση μπορεί επίσης να εκφραστεί μέσω της αντισταθμιστικής διαδικασίας (αντισταθμιστική αυτοενίσχυση· Baumeister και Jones, 1978, Baumeister, 1982). Στην περίπτωση αυτή, το άτομο που φέρει κάποιο στίγμα προσπαθεί να δείξει στους άλλους ότι διαθέτει και άλλες ιδιότητες ή θετικά χαρακτηριστικά.

Στρατηγικές διαχείρισης του στίγματος με σκοπό την ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας

Μεταξύ των στρατηγικών που αποσκοπούν στην ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης της ταυτότητας ξεχωρίζει ο κοινωνικός ανταγωνισμός (Tajfel, 1978), δηλαδή ο ανταγωνισμός για μία θετική αξιολόγηση εντός μίας ορισμένης κοινωνικής μερίδας με βάση συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές.

Ένα άλλο σύνολο στρατηγικών που μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της κοινωνικής ταυτότητας είναι η κοινωνική δημιουργικότητα (Tajfel, 1978). Το άτομο μπορεί, για παράδειγμα, να επανεκτιμήσει ορισμένες απειλούμενες πτυχές της προσωπικότητάς του, προσθέτοντάς τους θετικό και όχι αρνητικό πρόσημο ή μπορεί να διαλέξει μία άλλη πτυχή σύγκρισης στην οποία η κοινωνική μερίδα της οποίας αποτελεί μέλος υπερέχει.

Τέλος, μία άλλη στρατηγική η οποία μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή προκειμένου να ενισχύσει την κοινωνική ταυτότητα είναι η επιβεβαίωση της κοινωνικής ταυτότητας κάποιου μέσα από έναν άμεσο ισχυρισμό ή συμπεριφορά απέναντι στους άλλους. Η στρατηγική αυτή συνίσταται στην απόδειξη της ύπαρξης αυτής της ταυτότητας σε όλες τις εκφάνσεις της. Οι Deaux και Ethier (1998) προσδιόρισαν την εν λόγω στρατηγική ως «επαναβεβαίωση». Έτσι λοιπόν, η επαναβεβαίωση αφορά τις προσπάθειες που καταβάλλει το άτομο για να διακηρύξει ή να επιβεβαιώσει μία πτυχή της ταυτότητάς του που αποτελεί ήδη μέρος του αυτοπροσδιορισμού του.


Πηγή: Το παρόν κείμενο στηρίχθηκε στην επιστημονική εργασία των Sophie Berjot και Nicolas Gillet για το στίγμα και τις συνέπειες που επιφέρει στο άτομο. http://journal.frontiersin.org/.

Διαβάστε το 1ο μέρος του αφιερώματος για το: κοινωνικό στίγμα 

Συγγραφή Άρθρου

Έλλη Γκαλτέμη
Συνεργάτιδα του E-Psychology.gr
Συγγραφή άρθρων, μετάφραση και απόδοση ξενόγλωσσων επιστημονικών άρθρων.

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Σχετικά άρθρα
Irving Janis (1918-1990)

Αμερικανός ψυχολόγος ο οποίος προσδιόρισε το ψυχολογικό...

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Στίγμα: Αυτός ο «άλλος» (Μέρος 1ο)
κοινωνικό στίγμα

Στο παρελθόν, το στίγμα ταυτοποιούνταν ως ένα ορατό σημάδι που έφεραν μερικά άτομα, το οποίο σηματοδοτούσε όχι μόνο την κατώτερη κοινωνική τους θέση (π.χ. πόρνη, δούλος), αλλά υποδείκνυε και στον υπόλοιπο κόσμο ότι έπρεπε να τους αποφεύγει λόγω ηθικών ελαττωμάτων, ασθενειών ή γενικότερα επειδή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εγκυμονούσαν κινδύνους.

Αναβλητικότητα: Η σύγκρουση του παροντικού με τον μελλοντικό εαυτό
Αναβλητικότητα

Η αναβλητικότητα είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται καθημερινά σε διάφορους τομείς της ζωής και είναι ιδιαίτερα εμφανής σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, με το 80 - 95% των φοιτητών να αναφέρουν ότι έχουν εκδηλώσει αυτή την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Γενικά, εκτιμάται ότι το 90% των φοιτητών εκδηλώνει αναβλητική συμπεριφορά τουλάχιστον για μία ώρα κάθε ημέρα (Klassen κ.ά., 2008).

Σύνδρομο Hikikomori, ένα αμφιλεγόμενο σύνδρομο
Σύνδρομο Hikikomori

Κατά γενική ομολογία, η εφηβεία αποτελεί μία περίοδο μετάβασης και το χρονικό σημείο κατά το οποίο εμφανίζονται πολλές ψυχιατρικές διαταραχές. Συνήθως, τα πρώιμα συμπτώματά τους δεν διακρίνονται εύκολα, ωστόσο προοδευτικά είναι σε θέση να προκαλέσουν βλαβερές συνέπειες, όπως  κοινωνική απόσυρση και απομόνωση.

Διάθεση, φαγητό και παχυσαρκία
Διάθεση, φαγητό και παχυσαρκία

Το φαγητό αποτελεί μία ισχυρή φυσική ανταμοιβή για τον οργανισμό και η λήψη τροφής αποδεικνύεται συχνά πως είναι μία πολύπλοκη διαδικασία. Η ανταμοιβή και η ευχαρίστηση που σχετίζονται με την κατανάλωση τροφίμων οδηγούν στην παραγωγή της ντοπαμίνης, μία οργανική ουσία η οποία με τη σειρά της ενεργοποιεί τα κέντρα ανταμοιβής και απόλαυσης στον εγκέφαλο.

Διασχιστική διαταραχή ταυτότητας
Διασχιστική διαταραχή ταυτότητας

Το φαινόμενo της εκδήλωσης πολλαπλών προσωπικοτήτων, που σήμερα διαγιγνώσκεται ως Διασχιστική Διαταραχή Ταυτότητας (ΔΔΤ), ή αλλιώς Διαταραχή Πολλαπλής Προσωπικότητας (ΔΠΠ), ενέπνευσε τη λαϊκή φαντασία πολύ πριν την ένταξή του στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM - Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση).

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.