Η διεθνής βιβλιογραφία κάνει μια σειρά από προτάσεις παρέμβασης των οποίων η αποτελεσματικότητα έχει επιβεβαιωθεί ερευνητικά για όλους τους υπάρχοντες θεσμούς που εμπλέκονται στην φροντίδα παιδιών που δεν έχουν ή δεν επιτρέπεται ή δεν είναι εφικτό να επιστρέψουν στους βιολογικούς τους γονείς.

Έτσι, για παράδειγμα, στους ιδρυματικούς θεσμούς προτείνεται να παρέχεται μια εκτεταμένη εκπαίδευση στους φροντιστές πάνω στη ψυχοσυναισθηματική και κοινωνικογνωστική ανάπτυξη των παιδιών, καθώς επίσης και μία εκπαίδευση για την εκμάθηση κατάλληλων αναπτυξιακά αλληλεπιδράσεων, πρακτικών τρόπων έκφρασης ενσυναίσθησης και ανταποκρίσεων απέναντι στα ανοίγματα του παιδιού, οι οποίοι θα χαρακτηρίζονται από συνέπεια και σταθερότητα (Bakermans-Kranenburg, Steele, Zeanah, Muhamedrahimov, Vorria, Dabrova-Krol, Steele, Van Ijzendoorn, Juffer, & Gunnar, 2011. Dozler, Zeanah, Wallin & Shauffer, 2012. Groark & Mccall, 2011. Mccall, Fish, Groark, Muhamedrahimov, Palomov & Nikiforova, 2012. Mccall, Groark, Fish, Harkins, Serrano & Gordon, 2010. Oliveira, Soares, Martins, Silva, Marques & Baptista, 2012). 

Παράλληλα, προτείνονται μια σειρά από δομικές αλλαγές οι οποίες περιλαμβάνουν: α) μείωση του μεγέθους των υπό επίβλεψη ομάδων παιδιών, β) ενσωμάτωση στις ομάδες παιδιών με διαφορετικές ηλικίες και ποικίλες καταστάσεις αναπηρίας, γ) ανάθεση των μικρών ηλικιακά ομάδων παιδιών (π.χ. νεογέννητα-4 ετών) σε δύο βασικούς φροντιστές και δ) διαμόρφωση του ωραρίου εργασίας με τρόπο που να επιτρέπει ο ένας από τους δύο φροντιστές να είναι παρών για περισσότερα από τα παιδιά καθ’ όλη την διάρκεια των ωρών που είναι ξύπνια μέσα στην εβδομάδα ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη δεσμού με ένα σταθερό πρόσωπο φροντίδας, ε) τερματισμός της συνήθους ιδρυματικής πρακτικής για μεταφορά των παιδιών σε νέες ομάδες έτσι ώστε τα παιδιά να μπορούν να παραμένουν κατά την διάρκεια της παραμονής τους στο ίδρυμα με τα ίδιους φροντιστές και τα ίδια άτομα της ηλικίας τους, στ) εγκαθίδρυση της “οικογενειακής ώρας” κατά την οποία θα απαγορεύονται οι επισκέψεις, και οι φροντιστές θα δαπανούν χρόνο, παίζοντας ελεύθερα για 1 ώρα το πρωί και 1 ώρα το απόγευμα, με ένα παιδί που θα τους έχει ανατεθεί σταθερά (Bakermans-Kranenburg, Steele, Zeanah, Muhamedrahimov, Vorria, Dabrova-Krol, Steele, Van Ijzendoorn, Juffer, & Gunnar, 2011. Dozler, Zeanah, Wallin & Shauffer, 2012. Groark & Mccall, 2011. Mccall, Fish, Groark, Muhamedrahimov, Palomov & Nikiforova, 2012. Mccall, Groark, Fish, Harkins, Serrano & Gordon, 2010. Oliveira, Soares, Martins, Silva, Marques & Baptista, 2012).

Τέτοιου τύπου παρεμβάσεις επιφέρουν σημαντικές θετικές αλλαγές: α) βελτίωση των δεικτών σωματικής ανάπτυξης (βάρος, ύψος, περιφέρεια στήθους), β) βελτίωση της συναισθηματικής συμπεριφοράς του παιδιού και πιο ώριμη κοινωνικογνωστική ανάπτυξη, γ) βελτίωση της σχέσης φροντιστή-παιδιού, μεγαλύτερη δέσμευση του παιδιού προς τον φροντιστή, δ) καλύτερη ποιότητα παιχνιδιού, περισσότερο θετικό συναίσθημα κατά την διάρκειά του και περισσότερο αρνητικό συναίσθημα κατά την διάρκεια των στιγμών αποχωρισμού από το βασικό πρόσωπο φροντίδας (επιθυμητό), ε) μεγαλύτερη πιθανότητα επιστροφής στον βασικό φροντιστή μετά από κάποια επαφή με έναν ξένο, στ) μείωση του ποσοστού εμφάνισης του δεσμού τύπου αποδιοργάνωσης, ζ) αύξηση κατά 2.5 φορές της πιθανότητας το παιδί να εμφανίσει μια οργανωμένη συμπεριφορά προσκόλλησης με τον φροντιστή, η) μείωση της αδιαφοροποίητης φιλικότητας και περισσότερο άγχος ξένου
(Bakermans-Kranenburg, Steele, Zeanah, Muhamedrahimov, Vorria, Dabrova-Krol, Steele, Van Ijzendoorn, Juffer, & Gunnar, 2011. Dozler, Zeanah, Wallin & Shauffer, 2012. Groark & Mccall, 2011. Mccall, Fish, Groark, Muhamedrahimov, Palomov & Nikiforova, 2012. Mccall, Groark, Fish, Harkins, Serrano & Gordon, 2010. Oliveira, Soares, Martins, Silva, Marques & Baptista, 2012).

Από την άλλη, οι παρεμβάσεις που προτείνονται για τους θεσμούς της υιοθεσίας και της αναδοχής επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στην εκπαίδευση των θετών ή ανάδοχων γονέων σε συγκεκριμένες γονικές δεξιότητες. Οι γονείς (θετοί/ανάδοχοι), λοιπόν, κατ’ αρχήν ενθαρρύνονται να επενδύσουν ψυχολογικά στη φροντίδα του παιδιού σαν να ήταν δικό τους παιδί. Στη συνέχεια, ενημερώνονται για τις ιδιαίτερες ανάγκες ενός ιδρυματοποιημένου παιδιού, τονίζεται η σπουδαιότητα της συναισθηματικής τους διαθεσιμότητας και εκπαιδεύονται σε τεχνικές ενεργοποίησης της γλώσσας και διαχείρισης της συμπεριφοράς.

Όλα αυτά συνδυάζονται με συχνά κλινικά τηλέφωνα και εβδομαδιαίες (αρχικά, σταδιακά μειώνεται η συχνότητα) κατ’ οίκον επισκέψεις για παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης. Μια άλλη φιλοσοφία παρέμβασης επικεντρώνεται στη σπουδαιότητα του συγχρονισμού της αλληλεπίδρασης γονέα-βρέφους/παιδιού με στόχο να εμπλουτιστούν οι ικανότητες αυτό-ρύθμισης του βρέφους. Ο γονέας, λοιπόν, εκπαιδεύεται στο να αντιληφθεί ότι σε κάθε πλαίσιο αλληλεπίδρασης με το παιδί είναι σημαντικό να αφήνει το ίδιο το παιδί να ρυθμίζει την αλληλεπίδραση και ο ίδιος απλά να “επιστρέφει”, να αντανακλά στο παιδί με κάποιο τρόπο αυτό που εκείνο έχει μόλις κάνει. Δηλαδή, ενθαρρύνεται ο γονέας στο να μάθει να ακολουθεί τις ενέργειες του παιδιού και όχι να τις κατευθύνει. Για παράδειγμα, αν η μητέρα και το παιδί παίζουν τουβλάκια και το παιδί τοποθετήσει δύο τουβλάκια μαζί, τότε η μητέρα ενδείκνυται να μιμηθεί και η ίδια την κίνηση του παιδιού ή να σχολιάσει αυτό που έκανε το παιδί, όπως το χρώμα από τα τουβλάκια που το παιδί επέλεξε, παρά να πάρει την πρωτοβουλία να κατευθύνει ενεργά το παιχνίδι ξεκινώντας να χτίζει έναν πύργο από τουβλάκια. Με αυτόν τον τρόπο, εμπλουτίζεται η ικανότητα του παιδιού να ρυθμίζει μόνο του τη συμπεριφορά του και την προσοχή του (Bakermans-Kranenburg, Steele, Zeanah, Muhamedrahimov, Vorria, Dabrova-Krol, Steele, Van Ijzendoorn, Juffer, & Gunnar, 2011. Dozler, Zeanah, Wallin & Shauffer, 2012).        

Επίσης, οι γονείς βοηθιούνται να μάθουν να συμπεριφέρονται με σωστούς τρόπους διατροφής ακόμα και όταν το παιδί αποτυγχάνει να αποσπάσει “διατροφική φροντίδα”. Αυτό είναι κρίσιμης σημασίας για ιδρυματοποιημένα βρέφη που έχουν υποστεί πρώιμες αντίξοες συνθήκες αποστέρησης και συχνά την ανάγκη τους για τροφή δεν την εκδηλώνουν ξεκάθαρα με συμπεριφορές πείνας αλλά με αποφυγή ή αντίσταση λόγω της γενικότερης προβληματικής προσκόλλησης που αναπτύσσουν (ανασφαλής τύπος δεσμού). Έτσι, οι γονείς μαθαίνουν να επανερμηνεύουν τα συμπεριφορικά σημάδια του παιδιού και να παρέχουν τροφή ακόμα και όταν το ίδιο το παιδί δεν διεκδικεί αυτήν την “διατροφική φροντίδα“. Με αυτόν τον τρόπο δεν βελτιώνονται μονάχα οι γονικές δεξιότητες διατροφής αλλά και η ποιότητα προσκόλλησης του βρέφους.

Τέλος, ένας ακόμη στόχος της παρέμβασης είναι να εκπαιδεύσει τους γονείς να αναγνωρίζουν σημάδια της αδιαφοροποίητης κοινωνικότητας (η εκδήλωση “κοινωνικής φιλικότητας” προς άγνωστα πρόσωπα), η οποία αποτελεί μια πολύ συνηθισμένη συνέπεια της ιδρυματοποίησης των παιδιών, και να αναπτύξουν στρατηγικές αποθάρρυνσης αυτής της συμπεριφοράς (Bakermans-Kranenburg, Steele, Zeanah, Muhamedrahimov, Vorria, Dabrova-Krol, Steele, Van Ijzendoorn, Juffer, & Gunnar, 2011. Dozler, Zeanah, Wallin & Shauffer, 2012). 

Όλα τα προαναφερόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα μπορούν να εφαρμοστούν και στους βιολογικούς γονείς στους οποίους προορίζεται να επιστρέψει το παιδί που προσωρινά μεταφέρθηκε σε ένα ίδρυμα. Έτσι, η ικανότητα αυτών των ευάλωτων γονέων να φροντίζουν με επάρκεια το παιδί τους, η αναπτυξιακή έκβαση του ίδιου του παιδιού καθώς και η ποιότητα της σχέσης γονέα-παιδιού εμπλουτίζονται (Bakermans-Kranenburg, Steele, Zeanah, Muhamedrahimov, Vorria, Dabrova-Krol, Steele, Van Ijzendoorn, Juffer, & Gunnar, 2011. Dozler, Zeanah, Wallin & Shauffer, 2012)…                    

Διαβάστε σχετικά άρθρα
Η Ιστορία Ίδρυσης των “σπιτιών” για παιδιά: Η εικόνα του Χθες και του Σήμερα
Βρέφη και Παιδιά σε Ιδρύματα: Επιπτώσεις στη Σωματική, Γνωστική και Κοινωνικοσυναισθηματική Ανάπτυξη      

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.    Bakermans-Kranenburg, M.J., Steele, H., Zeanah, C.H., Muhamedrahimov, R. J., Vorria, P., Dabrova-Krol, N.A., Steele, M., Van Ijzendoorn, M.H., Juffer, F., & Gunnar, M.R. (2011). Attachment and Emotional Development in Institutional Care: Characteristics and Catch Up. Monographs of the Society for Research in Child Development, 76, 62-91.
2.    Dozler, M., Zeanah, C.H., Wallin, A.R., & Shauffer, C. (2012). Institutional Care for Young Children: Review of Literature and Policy Implications. Social Issues and Policy Review, 6, 1-25.
3.    Groark, C.J., & Mccall, R.B. (2011). Implementing changes in institutions to improve young children’s development. Infant Mental Health Journal, 32, 509-525.
4.    Mccall, R.B., Fish, L.A., Groark, C.J., Muhamedrahimov, R. J., Palomov, O., & Nikiforova, N. V. (2012). The role of transitions to new age groups in the development of institutionalized children.  Infant Mental Health Journal, 33, 421-429.
5.    Mccall, R.B., Groark, C.J., Fish, L., Harkins, D., Serrano, G., & Gordon, K. (2010). A Socioemotional Intervention in a Latine American Orphanage. Infant Mental Health Journal, 31, 521-542.
6.    Oliveira, P.S., Soares, I., Martins, C., Silva, J.R., Marques, S., & Baptista, J. (2012). Indiscriminate behavior observed in the strange situation among institutionalized toddlers: Relations to caregiver report and to early family risk. Infant Mental Health Journal, 33, 187-196.

 

Συγγραφή Άρθρου

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη - Ψυχολόγος

Μπάμπαλου Χριστίνα Ελένη: έχει επιβεβαιωθεί από το E-Psychology

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον επαγγελματικό κατάλογο ειδικών παρέχονται από τους ίδιους τους ειδικούς, κατά την εγγραφή τους στο σύστημα. Όταν βλέπετε την ένδειξη «έχει επιβεβαιωθεί από το E-Psychology”, σημαίνει ότι το E-Psychology έχει ελέγξει, με email, τηλεφωνικά ή/και με λήψη των σχετικών εγγράφων, τα ακόλουθα στοιχεία:

  • Ότι ο ειδικός είναι υπαρκτό πρόσωπο.
  • Ότι τα πτυχία οι τίτλοι και οι εξειδικεύσεις που αναφέρει είναι αληθινά.
  • Ότι οι πληροφορίες που αναφέρει ισχύουν.

Ψυχολόγος, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ. (Υπότροφος ΙΚΥ). MSc Αναπτυξιακή/Εξελικτική & Σχολική Ψυχολογία, Α.Π.Θ. (Υπότροφος Ωνάσειου Ιδρύματος). Μεταπτυχιακή Εξειδίκευση στην Αξιολόγηση & Ψυχοπαιδαγωγική Υποστήριξη Παιδιών με Δυσκολίες Μάθησης & Προσαρμογής (Ειδικές Ανάγκες), Παν/μιο Μακεδονίας. Συστημική Ψυχοθεραπεία, Τραυματοθεραπεία-EMDR

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου, χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Σύνταξης του E-Psychology.gr. Εάν επιθυμείτε να αναδημοσιεύετε άρθρα, επικοινωνήστε μαζί μας στο editorial @ e-psychology.gr

Σχετικά άρθρα

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Θεραπευτική παρέμβαση στις διατροφικές διαταραχές της εφηβείας
διατροφικές διαταραχές της εφηβείας

Τα προγράμματα θεραπευτικής παρέμβασης  που προτείνονται για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας στην εφηβεία είναι: α) η οικογενειακή θεραπεία, β) η επικεντρωμένη στον έφηβο ατομική ψυχοθεραπεία και γ) η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία.

Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία: Μια ψυχαναλυτική & Γνωστική Εξήγηση
Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχαναλυτική εξήγηση του φαινομένου των διατροφικών διαταραχών στην εφηβεία, η οποία τις προσεγγίζει ως μια προσπάθεια του έφηβου να διαχειριστεί συγκρούσεις που προβάλλει η συγκεκριμένη αναπτυξιακή φάση, παλινδρομώντας σε ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο.

Διατροφικές Διαταραχές στην Εφηβεία: Παράγοντες Κινδύνου
Διατροφικές Διαταραχές

Μια σημαντική μερίδα ερευνών έχει καταδείξει μια σειρά από παράγοντες επικινδυνότητας για τις διατροφικές διαταραχές σε εφήβους, δηλαδή συγκεκριμένα γενετικά και περιβαλλοντικά ίχνη που φαίνεται να συνιστούν μια απαραίτητη, σίγουρα όμως όχι επαρκή, συνθήκη για την γέννηση των διατροφικών διαταραχών.

Διατροφικές διαταραχές στην εφηβεία: Διάγνωση, Διαφορές Φύλου, Πρόγνωση
Διατροφικές διαταραχές

Οι διατροφικές διαταραχές συνιστούν ψυχιατρικές καταστάσεις στις οποίες η φυσιολογική λειτουργία της θρέψης παύει να εξυπηρετεί τον αρχικό σκοπό προσαρμογής της, την επιβίωση, και μετασχηματίζεται σε μια συνθήκη δυσπροσαρμοστικών πρακτικών διατροφής που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες της επιβίωσης αλλά αντιθέτως μάλιστα την θέτουν σε κίνδυνο.

Κακοποίηση στην Παιδική Ηλικία: Συνέπειες στην Ενήλικη Ζωή( Μέρος 2)

Στη διαθέσιμη διεθνή βιβλιογραφία καταγράφονται ποικίλες συνέπειες που εμφανίζονται μακροπρόθεσμα στην ενήλικη ζωή ατόμων που έχουν υποστεί παιδική κακοποίηση. Αξίζει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι ανάμεσα στους ενήλικες με κακοποίηση στην παιδική ηλικία υπάρχουν και εκείνοι που δεν παρατηρούνται σε κάποια από τις κατηγορίες των συνεπειών που θα αναλυθούν αλλά εκδηλώνουν αξιοσημείωτη ψυχική ανθεκτικότητα.

Εγγραφή στο Newsletter

15νθημερο Newsletter για να λαμβάνετε στο mail σας τα νέα άρθρα, αλλά και ενημέρωση για επερχόμενα σεμινάρια, βιβλία ψυχολογίας, θέσεις εργασίας κ.α.