Σχετικά άρθρα x

 
Η κατάχρηση ουσιών από εφήβους είναι ένα βασικό θέμα το οποίο απασχολεί όλους όσους ασχολούνται με την εφηβική συμπεριφορά, από τους ειδικούς ψυχικής υγείας που ενδιαφέρονται για τα αίτια, τις επιπτώσεις και την αντιμετώπισή της έως και τους γονείς οι οποίοι φοβούνται για την σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών τους.

Μολονότι η χρήση ουσιών από εφήβους μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξής τους, η συμπεριφορά αυτή αποτελεί έναν πρώιμο προβλεπτικό παράγοντα κατάχρησης ουσιών στην ενήλικη ζωή, καθώς έως και το 90% των ενηλίκων που κάνουν κατάχρηση ουσιών ξεκίνησαν τη χρήση τους ήδη από την εφηβεία (Countryman, 2005).

Οι έφηβοι, μην έχοντας φτάσει σε ένα ώριμο επίπεδο ελέγχου των σκέψεων, των συναισθημάτων και των παρορμήσεών τους, πειραματίζονται με την χρήση ουσιών, κάτι που τους καθιστά έναν ευάλωτο πληθυσμό για την ανάπτυξη συμπεριφορών εξάρτησης.

Εάν και διαφορετικές μελέτες δίνουν διαφορετικούς ορισμούς στην κατάχρηση ουσιών (Gilvarry, 2000), ένας γενικά αποδεκτός ορισμός από την επιστημονική κοινότητα είναι αυτός που δίνει ο Αμερικάνικος Ψυχιατρικός Σύνδεσμος στο DSM-IV-TR (American Psychiatric Association, 2000), ο οποίος ορίζει δύο διαφορετικές εκδοχές προβλημάτων σχετιζόμενων με τη χρήση ουσιών: κατάχρηση ουσιών και εξάρτηση από ουσίες. Για την διάγνωση της εξάρτησης από ουσίες το DSM-IV-TR απαιτεί την παρουσία συμπτωμάτων εξάρτησης για μια περίοδο 12 μηνών.

Ως συμπτώματα της εξάρτησης ορίζει την παρουσία τουλάχιστον τριών εκ των ακόλουθων συμπτωμάτων: 1) την ανοχή στην χρήση μια ουσίας η οποία υποδηλώνεται με την ανάγκη του ατόμου για χρήση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων ουσιών ώστε να επέλθει “τοξίκωση”, 2) εμφάνιση στερητικού συνδρόμου όταν διακοπεί ή μειωθεί η χρήση, 3) το άτομο καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες της ουσίας ή για μεγαλύτερο διάστημα από το οποίο ήθελε αρχικά, 4) το άτομο έχει έντονη επιθυμία να σταματήσει την χρήση της ουσίας ή κάνει αποτυχημένες προσπάθειες προς αυτό το στόχο, 5) το άτομο επενδύει μεγάλο μέρος του χρόνου του για να αποκτήσει την επιθυμητή ουσία, 6) το άτομο αποσύρεται από κοινωνικές, εργασιακές ή προσωπικές δραστηριότητες ως αποτέλεσμα της χρήσης ουσιών, 7) το άτομο συνεχίζει να καταναλώνει τις ουσίες, παρόλο που το ίδιο γνωρίζει ότι του προκαλούν σωματικά ή ψυχολογικά προβλήματα.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες ο αριθμός των εφήβων που κάνουν χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ παρουσιάζει μια μείωση, αλλά τα ποσοστά χρήσης παραμένουν υψηλά (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000). Έρευνες στις ΗΠΑ υποδεικνύουν ότι το 51% των εφήβων ηλικίας έως 18 ετών έχουν κάνει χρήση κάποιου ναρκωντικού ή αλκοόλ, τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, το 46% έχει κάνει χρήση μαριχουάνας, ενώ ένα ποσοστό που κυμαίνεται στο 10% έχουν χρησιμοποιήσει και πιο σκληρά ναρκωτικά όπως είναι το LSD, οι αμφεταμίνες, η κοκαΐνη κ.α. (Countryman, 2005).

Παρόμοιες έρευνες στην Μεγάλη Βρετανία έφτασαν σε παρόμοια αποτελέσματα, όπου το 42,6% των ερωτηθέντων ηλικίας έως 18 ετών είχε κάνει χρήση κάποιας ναρκωτικής ουσίας ή αλκοόλ, με την κάνναβη να έχει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των εφήβων, ιδιαίτερα μεταξύ των καπνιστών (Gilvarry, 2000). Στην Ελλάδα, η κάνναβη παραμένει η πιο διαδεδομένη παράνομη ουσία με 2 στους 10 εφήβους να αναφέρουν εμπειρία χρήσης της (Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά, 2011).  

Ένα μεγάλο εύρος γενετικών, περιβαλλοντικών και ψυχολογικών παραγόντων αυξάνουν την πιθανότητα χρήσης και κατάχρησης ουσιών από τους εφήβους. Εδώ και αρκετές δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα έχει εντοπίσει κάποιους γενετικούς παράγοντες που είναι πολύ πιθανό να επηρεάζουν την συμπεριφορά κάποιων ατόμων απέναντι στη χρήση ουσιών ή τα επίπεδα ανοχής τους κατά τη χρήση τους, αλλά ακόμη δεν έχουν υπάρξει ξεκάθαρα αποτελέσματα ως προς την βαρύτητα τους. Οι έρευνες στον τομέα αυτό έχουν γίνει κυρίως πάνω στο θέμα της εξάρτησης από το αλκοόλ, κυρίως λόγω των υψηλότερων ποσοστών κατάχρησης της συγκεκριμένης ουσίας.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν ενδείξεις ότι συγκεκριμένα γονίδια εμπλέκονται στην φυσιοπαθολογία στον αλκοολισμό, επηρεάζοντας την ανοχή των ατόμων στη χρήση αλκοόλ. Ταυτόχρονα, επιδημιολογικές έρευνες υπογραμμίζουν ότι η ύπαρξη ενός αλκοολικού βιολογικού γονέα ορισμένες φορές φαίνεται να αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης αλκοολικής συμπεριφοράς από τα παιδιά (Countryman 2005. Gilvarry, 2000), ενώ άλλες φορές όχι (Spooner, 2009), αποτελέσματα τα οποία αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα της γενετικής επίδρασης στον αλκοολισμό.

Το περιβάλλον των εφήβων από την άλλη φαίνεται πως είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη συμπεριφοράς εξάρτησης από ουσίες. Οι γονείς και τα μεγαλύτερα αδέλφια αποτελούν πρότυπα συμπεριφοράς για τα μικρά παιδιά, με αποτέλεσμα οι όποιες συνήθειες των ατόμων αυτών, και ιδιαίτερα των μεγαλύτερων αδερφών, να αναπτύσσονται και στα παιδιά κατά την εφηβική ηλικία μέσω της μίμησης προτύπων (Countryman, 2005. Spooner, 2009). Ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον και η κακοποίηση του παιδιού από μέλη της οικογένειάς του αυξάνει τις πιθανότητες εξάρτησης από ουσίες (Hyuckun, 2012), ενώ αντίθετα, οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί και ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον μειώνουν αυτή την πιθανότητα (Countryman, 2005). Πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον, οι συμπεριφορές της παρέας των εφήβων και η ανεκτικότητά τους απέναντι στη χρήση ουσιών είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα κατάχρησης, δεδομένου ότι οι έφηβοι σε πολλές περιπτώσεις τείνουν να περνούν περισσότερο χρόνο με τους φίλους τους παρά με την οικογένειά τους (Countryman, 2005).

Τα αγόρια και τα κορίτσια παρουσιάζουν διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι στις εξαρτήσεις, με τα αγόρια να ξεκινούν την κατανάλωση αλκοόλ νωρίτερα από τα κορίτσια και να μεθούν συχνότερα σε σχέση με τα κορίτσια της ηλικίας τους. Το ίδιο μοτίβο συμπεριφοράς ισχύει και για την χρήση ναρκωτικών ουσιών, στις οποίες τα αγόρια είναι πολύ πιο πιθανό να καταφύγουν όταν αντιμετωπίζουν κάποιο προσωπικό πρόβλημα (Spooner, 2009).

Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας του εφήβου ερευνάται επίσης ως προβλεπτικός παράγοντας της κατάχρησης ουσιών, αλλά οι μέχρι τώρα έρευνες δεν δείχνουν να καταλήγουν σε ένα γενικά αποδεκτό συμπέρασμα ως προς αυτόν τον παράγοντα. Τα παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε πιο φτωχές γειτονιές τείνουν να έχουν αυξημένες πιθανότητες χρήσης αλκοόλ κυρίως λόγω της ανεκτικότητας του περιβάλλοντος προς αυτή τη συμπεριφορά, ενώ τα παιδιά από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα μπορούν να καταλήξουν στην ίδια συμπεριφορά όχι λόγων της ανεκτικότητας του περιβάλλοντός τους, αλλά γιατί έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν αλκοόλ. Επομένως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του εφήβου φαίνεται πως είναι ένας δευτερεύων και έμμεσος παράγοντας κινδύνου (Spooner, 2009).

Τέλος, η προσωπικότητα του εφήβου μπορεί να μας πει πολλά για τις πιθανότητες που έχει ο έφηβος να αναπτύξει συμπεριφορές εξάρτησης από ουσίες. Οι έφηβοι οι οποίοι χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα, καταθλιπτική συμπεριφορά, παρορμητικότητα, κοινωνική απομόνωση και ανεκτική συμπεριφορά απέναντι στη χρήση ουσιών, έχουν αυξημένες πιθανότητες να διαγνωστούν στο μέλλον ως άτομα με εξάρτηση από ουσίες (Countryman, 2005. Spooner, 2009).

Η κατάχρηση ουσιών συχνά εμφανίζεται ταυτόχρονα με άλλες ψυχικές διαταραχές. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου το ένα τρίτο όσων αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή έχει κάνει κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών ή/και αλκοόλ (Gilvarry, 2000). Όπως θα αναλύσουμε και στη συνέχεια, οι ψυχικές διαταραχές που σχετίζονται σε σημαντικό βαθμό με την κατάχρηση ουσιών είναι η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, οι διαταραχές άγχους, η σχιζοφρένεια, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και/ή υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), η διαταραχή διαγωγής, οι διατροφικές διαταραχές και η αυτοκτονική συμπεριφορά (Bornstein, 1994. Countryman, 2005. Esposito-Smythers & Spirito, 2004. Gilvarry, 2000. Hemphälä & Tengström, 2010). 

Οι γυναίκες με εθισμό σε ουσίες τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά μείζουσας κατάθλιψης σε σχέση με τους άνδρες, με το 60% των διαγνωσθέντων γυναικών να παρουσιάζουν την κατάθλιψη ως δευτερεύων σύμπτωμα και το 16% ως πρωτεύων (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010). Από την άλλη όμως, όσα έφηβα αγόρια διαγιγνώσκονται με μείζουσα καταθλιπτική διαταραχή έχουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίζουν εξάρτηση σε ουσίες σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν έχουν αυτή τη διάγνωση. Πέρα από την κατάθλιψη όμως, και η δυσθυμική συμπεριφορά παρουσιάζεται σε πολλούς εφήβους πριν την έναρξη κατάχρησης ουσιών (Gilvarry, 2000).

Αντίθετα με τα όσα ισχύουν για την κατάθλιψη, οι διαταραχές άγχους σε συνδυασμό με την κατάχρηση ουσιών παρουσιάζονται πιο συχνά σε άνδρες παρά σε γυναίκες, κάτι που ισχύει και στην εφηβική ηλικία. Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη κάποιας διαταραχής άγχους προηγείται της έναρξης κατάχρησης ουσιών (Countryman, 2005. Hemphälä & Tengström, 2010). 

Η διπολική διαταραχή είναι δύσκολο να διαγνωσθεί σε εφήβους και ακόμη πιο δύσκολο στις περιπτώσεις που συνοδεύεται από κατάχρηση ουσιών. Όμως, εάν προϋπάρχει η διάγνωση της διπολικής διαταραχής σε κάποιον έφηβο και ακολουθηθεί θεραπευτική αγωγή, τότε οι πιθανότητες να γίνει κατάχρηση ουσιών ή να αναπτυχθεί εξάρτηση από ουσίες μειώνονται σημαντικά (Countryman, 2005).

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ΔΕΠ-Υ, μια γνωστική διαταραχή, επίσης εμφανίζεται στις περιπτώσεις κατάχρησης ουσιών. Υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση στην επιστημονική κοινότητα σε σχέση με το εάν η παρουσία της ΔΕΠ-Υ σχετίζεται άμεσα με τον αυξημένο κίνδυνο κατάχρησης ουσιών ή εάν η παρουσία της διαταραχής διαγωγής είναι ο πραγματικός παράγοντας κινδύνου, καθώς οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ και διαταραχή διαγωγής παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες κατάχρησης και εθισμού σε ουσίες σε σχέση με εφήβους που παρουσιάζουν αποκλειστικά και μόνο τη συμπτωματολογία της ΔΕΠ-Υ (Countryman, 2005. Gilvarry, 2000.).

Όσον αφορά τη συνοσηρότητα κατάχρησης ουσιών και διατροφικών διαταραχών, αυτή εμφανίζεται κυρίως στα κορίτσια, τα οποία έτσι και αλλιώς έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διατροφικών διαταραχών σε σχέση με τα αγόρια. Τα κορίτσια με διατροφικές διαταραχές και ιδιαίτερα αυτά που παρουσιάζουν βουλιμία έχουν αυξημένες πιθανότητες να κάνουν κατάχρηση αμφεταμινών με σκοπό τη μείωση του βάρους τους. Η ταυτόχρονη παρατήρηση κατάχρησης ή εθισμού σε ουσίες και διατροφικών διαταραχών είναι σπάνια στα αγόρια (Countryman, 2005).

Μια άλλη περίπτωση συνοσηρότητας, η οποία εμφανίζεται συχνά, αφορά στην ταυτόχρονη ύπαρξη συμπτωμάτων σχιζοφρένειας και εθισμού σε ουσίες. Καθώς η σχιζοφρένεια στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στα πρώιμα στάδια της εφηβείας, ορισμένοι από τους εφήβους προσπαθούν να ελέγξουν τα ψυχωσικά συμπτώματα με τη χρήση ουσιών. Η κατάχρηση ουσιών είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις περιπτώσεις σχιζοφρενών ασθενών, καθώς μπορεί να μειώσει ή να εκμηδενίσει την αποτελεσματικότητα της ψυχοφαρμακευτικής αγωγής (Countryman, 2005).

Τέλος, η αυτοκτονική συμπεριφορά είναι πολύ συχνά παρούσα στις περιπτώσεις εθισμού σε ουσίες. Υπολογίζεται ότι σε ένα ποσοστό της τάξης του 70% όσων έχουν κάνει επιτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας ήταν χρήστες ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ (Countryman, 2005. Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Επιπλέον, το ένα τρίτο των εφήβων που έχουν εισαχθεί σε νοσοκομείο μετά από απόπειρα αυτοκτονίας αναφέρουν κατάχρηση ουσιών τουλάχιστον μια φορά κατά τους τελευταίους τρεις μήνες, ενώ το ένα πέμπτο παρουσιάζει συμπτώματα εθισμού σε ουσίες και κυρίως αλκοόλ (Esposito-Smythers & Spirito, 2004). Έρευνες σε άτομα με χρόνιο πρόβλημα εθισμού σε ουσίες έχουν δείξει ότι περίπου το 20% των εθισμένων έχουν κάνει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας κατά την τελευταία διετία. Σε γενικές γραμμές υπολογίζεται ότι η πιθανότητα να κάνει κάποιος απόπειρα αυτοκτονίας τριπλασιάζεται εάν κάνει και κατάχρηση ουσιών ή παρουσιάζει εθισμό σε ουσίες (Esposito-Smythers & Spirito, 2004).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • American Psychiatric Association. (2000). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition: DSM-IV-TR®. American Psychiatric Pub. 
  • Bornstein, R. F. (1994). Adaptive and maladaptive aspects of dependency: an integrative review. The American Journal of Orthopsychiatry, 64(4), 622–635.
  • Countryman, J. (2005). Substance Use in Adolescents. Clinical Child Psychiatry, 263-274.
  • Esposito-Smythers, C., & Spirito, A. (2004). Adolescent substance use and suicidal behavior: a review with implications for treatment research. Alcoholism, Clinical and Experimental Research, 28(5 Supp), 77S–88S.
  • Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά, Ηλεκτρονική Ιστοσελίδα, http://www.ektepn.gr/ 
  • Gilvarry, E. (2000). Substance abuse in young people. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(1), 55-80.
  • Hemphälä, M., & Tengström, A. (2010). Associations between psychopathic traits and mental disorders among adolescents with substance use problems. The British Journal of Clinical Psychology, 49, 109–122. 
  • Hyucksun Shin, S. (2012). A longitudinal examination of the relationships between childhood maltreatment and patterns of adolescent substance use among high-risk adolescents. The American Journal on Addictions, 21(5), 453–461.
  • Spooner, C. (1999). Causes and correlates of adolescent drug abuse and      implications for treatment. Drug and Alcohol Review, 18, 453-475.  

*Αγοραστός Δημήτρης
Ψυχολόγος, MSc στις Νευροσυμπεριφορικές Επιστήμες (Tübingen, Germany)
http://dagorastos.net 

 

Συγγραφή Άρθρου

Χριστίνα Μπάμπαλου
MSc Σχολική & Αναπτυξιακή/Εξελικτική Ψυχολογία, Α.Π.Θ. (Υπότροφος του Ωνάσειου Ιδρύματος)
Εκπ. Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Επιστημονικός & Ερευνητικός Συνεργάτης στην Ά Παν/κή Ψυχιατρική και ΄Β  Παν/κή Νεογνολογική Κλινική του Γ.Π.Ν.Θ. Παπαγεωργίου
Συντονίστρια Σχολών Γονέων
Συντονίστρια Σχολικών Ψυχοκοινωνικών Προγραμμάτων Πρόληψης & Παρέμβασης
Εισηγήτρια Ψυχοεκπαιδευτικών και Βιωματικών Σεμιναρίων

Επικοινωνία: +30 6973480170 & Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Εάν βρήκατε το άρθρο χρήσιμο, μοιραστείτε το!

Submit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to Twitter
Σχετικά άρθρα
Διαταραχές πρόσληψης τροφής
Σώμα: Ατομική υπόθεση ή μάλλον κοινωνικό μέσο επιβολής;
  • Πέμπτη, 06 Οκτώβριος 2016
  • Από: Γεωργία Μπερτσιά

Σώμα, κορμί, βάρος, καλούπι · παχύσαρκος, χοντρός, αδύνατος, κοκαλιάρης. Τόσες λέξεις περιγράφουν και προσπαθούν να κατηγοριοποιήσουν τον τύπο του σώματος προσθέτοντας «ετικέτες» σα να πρόκειται για...

Σχέσεις - Σεξουαλικότητα
Γιατί προκύπτει απιστία στα ζευγάρια;
  • Δευτέρα, 11 Ιανουάριος 2016
  • Από: Παναγιώτα Κυπραίου

Οι παράνομες σχέσεις δημιουργούνται για διάφορους λόγους που αντανακλούν τα υποκείμενα ζητήματα της αρχικής σχέσης και επίσης υποδεικνύουν πράγματα σχετικά με τον τρόπο που αλληλεπιδρούν...

Περισσότερα άρθρα του ειδικού συνεργάτη

Κακοποίηση στην Παιδική Ηλικία: Συνέπειες στην Ενήλικη Ζωή( Μέρος 2)

Στη διαθέσιμη διεθνή βιβλιογραφία καταγράφονται ποικίλες συνέπειες που εμφανίζονται μακροπρόθεσμα στην ενήλικη ζωή ατόμων που έχουν υποστεί παιδική κακοποίηση. Αξίζει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι ανάμεσα στους ενήλικες με κακοποίηση στην παιδική ηλικία υπάρχουν και εκείνοι που δεν παρατηρούνται σε κάποια από τις κατηγορίες των συνεπειών που θα αναλυθούν αλλά εκδηλώνουν αξιοσημείωτη ψυχική ανθεκτικότητα.

Παιδική Κακοποίηση: Μορφές και Συνέπειες στην Παιδική & Εφηβική Ηλικία ( Μέρος 1ο)

Το φαινόμενο της σωματικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία άρχισε να γίνεται γνωστό μόλις την δεκαετία του ’60 όταν οι γιατροί “ανακάλυψαν” ότι ορισμένα παιδιά τραυματίζονταν σωματικά από τους γονείς τους και έκαναν λόγο για το “σύνδρομο του κακοποιημένου παιδιού”, ενώ μια δεκαετία αργότερα άρχισε να γίνεται γνωστή και η πραγματική συχνότητα της σεξουαλικής κακοποίησης που μέχρι εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ένα εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο (Trickett, Negriff, Ji, & Peckins, 2011).

Προτεινόμενες Παρεμβάσεις για Ιδρυματικές Δομές και Θεσμούς Υιοθεσίας και Αναδοχής
Η διεθνής βιβλιογραφία κάνει μια σειρά από προτάσεις παρέμβασης των οποίων η αποτελεσματικότητα έχει επιβεβαιωθεί ερευνητικά για όλους τους υπάρχοντες θεσμούς που εμπλέκονται στην φροντίδα παιδιών που δεν έχουν ή δεν επιτρέπεται ή δεν είναι εφικτό να επιστρέψουν στους βιολογικούς τους γονείς.
Βρέφη και Παιδιά σε Ιδρύματα: Επιπτώσεις στη Σωματική, Γνωστική και Κοινωνικοσυναισθηματική Ανάπτυξη
Ένας σημαντικός αριθμός ερευνών έχει δείξει ότι τα βρέφη και τα νεαρά παιδιά που μεγαλώνουν σε ορφανοτροφεία έχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης χαμηλής λειτουργικότητας σε ποικίλες περιοχές ανάπτυξης, όπως η σωματική, η γνωστική και η κοινωνικοσυναισθηματική. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σωματική ανάπτυξη, παρατηρείται καθυστέρηση σε σημαντικούς δείκτες ανάπτυξης, όπως το βάρος, το ύψος και η περίμετρος του κεφαλιού.
 
Η Ιστορία Ίδρυσης των “σπιτιών” για παιδιά: Η εικόνα του Χθες και του Σήμερα
Η ίδρυση των πρώτων “σπιτιών” για παιδιά ως απάντηση στον ολοένα και αυξανόμενο αριθμό των εγκαταλειμμένων παιδιών που παρατηρούνταν στους δρόμους των πόλεων τοποθετείται χρονικά στη διάρκεια του 14ου και 15ου αιώνα στην Ιταλία.

Εγγραφή στο Newsletter

Κάντε εγγραφή στο 15νθημερο Newsletter για ενημέρωση σεμιναρίων, νέων άρθρων, βιβλίων, θέσεων εργασίας κ.α.